Danefæ #3

"Non si riferisce il reale, lo si proferisce"
Paolo Fabbri


"Lost is the New Baroque"
Esther R. R. Tystnaden

Ένα κρανίο με εξέχουσες κλωστές αντί για τρίχες οι οποίες εφορμούν από ατροφικές κόκκινες φύτρες. Κάπως έτσι μοιάζει το κεφάλι του βασιλικού διασκεδαστή, μια πρώτης τάξεως αφορμή για να στρέψεις αλλού το βλέμμα αν διασταυρωθείς μαζί του στο διάδρομο. Συνήθως περιφέρεται στο παλάτι με ένα μπρούντζινο κάδρο ανά χείρας μουρμουρίζοντας σατυρικούς στίχους. Εκείνο το βράδυ δεν τον συνάντησα καθόλου, ούτε τον βρήκα να κλαίει χωμένος στην κόγχη κάποιου παραθύρου- άλλη προσφιλής του δραστηριότητα. Οτιδήποτε εξέχει από τα προσδοκώμενα με απογοητεύει αιφνίδια. Κατευθύνθηκα έτσι στη σάλα της τραπεζαρίας προκειμένου να αντλήσω επιπλέον υλικό για το βραδινό αναστοχασμό μου, επιθυμία που εκπλήρωσα άμεσα και στυγνά, ακόμα από το κατώφλι της μισάνοιχτης πόρτας του δωματίου. Όλοι οι καλεσμένοι είχαν κρυφτεί. Μια μακρόστενη οθόνη είχε σχηματιστεί κάτω από τα τραπεζομάντηλα και πάνω από το αντανακλαστικό δάπεδο όπου προβάλλονταν σπάνια υποδήματα, στριφωμάτα λεκιασμένων φορεμάτων, ανυπόμονα μέτωπα, ακάλυπτα τεχνητά μέλη, ανάδελφα χαμένα γάντια και το χαμένο χρυσό μονόκλ του σερ Έσερ φορεμένο στο υγιές μάτι του κλέφτη του. Παραφύλαξα πίσω από τη γλάστρα ενός γιγάντιου μπονζάι. Στην έκκεντρα στημένη αρένα ο γελωτοποιός δερνόταν με τον αυλικό ζωγράφο. Ο τελευταίος αρνούνταν επίμονα μέχρι θανάτου να συμπεριλάβει στο βασιλικό οικογενειακό πορτραίτο τον πρώτο. Ο βασιλιάς ουρλιάζοντας εκσφενδόνιζε διάφορα τιμαλφή προς το μέρος τους. Η βασίλισσα λιποθυμούσε και συνερχόταν σε περιοδικά διαστήματα. Οι υπηρέτες έτρωγαν αγχωμένοι τα υπολείμματα του δείπνου. Ευτυχώς παρά την επερχόμενη πλήξη μου εξακολούθησα να παραφυλάω. Η πάλη ασφαλώς αποδείχθηκε σύντομη και άνιση. Ένας λεκές πότισε τριχοειδώς το μωσαϊκό για να σφραγίσει τη λήξη της. Τότε ανέλπιστα παρατήρησα: Το πάτωμα είχε ραντιστεί με δόντια. Όταν εκκενώθηκε η αίθουσα συνέλεξα τα στελέχη σε ένα βάζο και τα μετέφερα αμέσως στο εργαστήριο. Αποδείχθηκαν εξαιρετικό εργαλείο της τρέχουσας έρευνας που εκπονούσα σε απευθείας ανάθεση από τον υψηλότατο. Τα τάισα στον νεαρό ρινόκερο που πρόσφατα είχε καταφτάσει στην ενδοχώρα ζωντανός συνοδεία μερικών ταλαιπωρημένων ιεραποστόλων. Τα έφαγε με προθυμία και με διευκόλυνε αφάνταστα στο δύσκολο έργο που με περίμενε, αυτό της αποξήρανσης του πεπτικού του συστήματος. Κατάφερα να τον βαλσαμώσω αξιοπρεπώς έπειτα από δουλειά ενός ολόκληρου εξαμήνου. Το λείψανο αντικατέστησε έκτοτε τον πολυέλαιο της αίθουσας του θρόνου βυθίζοντάς την στο σκοτάδι. Παραιτήθηκα· ελαφρώς θλιμμένος που πλέον ήταν για μένα αργά να ξεκινήσω καριέρα στο πεδίο της Σημειωτικής.

Danefæ #2


"It was the garden that did it, father
Some kind of charm, it came right out of the ground"
Marsha Norman

Η μουγγή υπηρέτρια της έπαυλης με το όνομα Έστερ είχε για μοναδική της ευχαρίστηση τη βόλτα στο κιόσκι του κήπου. Εκεί όπου ήσυχα καθόταν σταυροπόδι κοιτώντας κατά τις απογευματινές ώρες της αργίας της δύο μαρμάρινα γλυπτά. Τα γλυπτά βρίσκονταν αντικριστά μεταξύ τους. Πρόσωπο με πρόσωπο. Δεν είχαν μορφή. Το ένα μετασχημάτιζε το άλλο, ασταμάτητα, ώσπου ερχόταν το σκοτάδι. Ακολουθούσε το σερβίρισμα του δείπνου.

Danefæ #1


Finds of gold and silver in the earth, to which nobody can claim property, belong to the king.

Ανάπτυγμα δέρματος θηλυκού ανθρώπου, ύψους Α21, βάρους Σ443 και διαστάσεων 29Φ επί 44Φ (κατά κωδικοποίηση Venere) σχεδιασμένο σε λαμαρίνα. Αφαιρείται με χάραξη από απλό νυστέρι κατά μήκος των διακεκομμένων γραμμών. Περιλαμβάνονται οι λωρίδες εφαρμογής και οι εγκοπές τους. Συνίσταται η εκτράχυνση του υφιστάμενου υποβάθρου ώστε να αναπτυχθεί συνάφεια ανάμεσα στο παλιό και το νέο υλικό. Υψηλή αντοχή σε ανεμοπίεση, χιονοφόρτιση, υδροστατικές ωθήσεις, σεισμικές δονήσεις και θλίψη.  Αναγραφόμενη διάρκεια ζωής τα 150 έτη (κατά κωδικοποίηση Nolde). Όταν έχει προσφάτως προσαρμοστεί προς χρήση δεν είναι κατεργάσιμο και αδυνατεί να ανταποκριθεί σε εντατικά φαινόμενα.  Έλεγχος σκληρότητας στις 28 ημέρες μετά την πρώτη χρήση. Κατάλληλο για περιτύλιξη σε μαλακά, ψαθυρά και θερμά σώματα, χωρίς υποψία υγρασίας.

Εν είδει σκοτίας (όσα μου εξομολογήθηκε ο Σ. Ρ. Δ.), #4

Ως εργαζόμενος συντηρητής στο μουσείο η εξειδίκευσή μου έγκειται στο να αφαιρώ μύτες από προτομές. Η αναγκαιότητα αυτής της εργασίας υπαγορεύεται από την προχειρότητα της αποκατάστασης που υπέστησαν ορισμένα έργα τέχνης παλαιότερα, όταν η βίαιη συγκόλληση μιας γύψινης προσομοίωσης σε ένα κεφάλι από μάρμαρο, που είχε απωλέσει την αρχική του μύτη, θεωρούνταν θεμιτή. Η σύγχρονη τάση θεραπείας των αγαλμάτων, αντιθέτως, εισηγείται την ειλικρίνεια, προκειμένου να διαμορφωθεί μια γέφυρα ενθάρρυνσης του διαλόγου ανάμεσα στον ακίνητο και τον περιφερόμενο θεατή. Η παρέμβασή μου καθιστά τα πρόσωπα των γλυπτών ανυπόκριτα αλλά και διπλά ανάπηρα, καθώς αποκαλύπτονται τόσο τα ίχνη του αρχικού ατυχήματος όσο και τα ίχνη της πρότερης αποτυχημένης διόρθωσης. Πολλοί με κατηγορούν ότι παθιάζομαι υπερβολικά με το καθήκον που έχω αναλάβει. Ομολογουμένως, οραματίζομαι έναν κόσμο όπου η μόδα θα επιτάσσει όχι πλαστική επέμβαση εξωραϊσμού αλλά ολική αφαίρεση αυτής της αντιαισθητικής προεξοχής. Μέχρι τότε απολαμβάνω την ομορφιά αποκλειστικά σε πρόσωπα από πέτρα, μάρμαρο, πηλό και ελεφαντόδοντο ενώ στολίζω τους τοίχους του σπιτιού μου με προθήκες όπου δεσπόζουν οι αποκομμένες γύψινες μύτες σαν μετάλλια. 

Εν είδει σκοτίας (όσα μου εξομολογήθηκε ο Σ. Ρ. Δ.), #3


Το μοναστήρι έξω από το χωριό που γεννήθηκα έχει μόνο ένα κελί. Οι ορειβάτες στο δρόμο για τη χαράδρα το προσπερνούν σαν καλύβα βοσκού. Μικρός πληρωνόμουν σε αβγά ή σύκα από τους αγρότες για να σκαρφαλώνω μέχρι εκεί και να μεταφέρω μηνύματα και τάματα προς τον ηλικιωμένο μοναχό. Γύρω από τη σκήτη φύτρωναν κόκκινες αγκαθιές σφιχτά πλεγμένες μεταξύ τους. Έπρεπε να πάρω φόρα και να πηδήξω από πάνω τους για να εισβάλλω στο προαύλιο. Κάθε φορά που πλησίαζα, μια μυρωδιά με αναγούλιαζε και με ανάγκαζε να τρέχω ως την πόρτα κρατώντας την ανάσα μου. Χτυπούσα και μου άνοιγε κατευθείαν λες και με περίμενε. Φορούσε μια μάλλινη ζακέτα με μαύρα γυαλιστερά κουμπιά. Στο ένα χέρι κρατούσε πάντα μια τσάπα ενώ το άλλο ήταν κρυμμένο πίσω από την πλάτη του. Άρπαζε από τον ώμο μου την τσάντα με τα τάματα και μουρμούριζε κάτι λέξεις που ακούγονταν παλιές πριν νιώσω στο πρόσωπο το ρεύμα της πόρτας που κλείνει με πάταγο. Όταν μεγάλωσα σταμάτησα τα θελήματα και έγινα παραγιός σε έναν υφαντή. Μια μέρα ήρθε ο καλόγερος και μας παράγγειλε μαύρη ζακέτα από μαλλί. Έβγαλε από την τσέπη του ράσου δυο χούφτες μαύρες γυαλιστερές πέτρες που είχαν από δύο τρύπες η καθεμιά και ζήτησε να ράψουμε αυτές για κουμπιά. Το αφεντικό τις έκρυψε γρήγορα και δε με άφησε να δουλέψω για το ρούχο του γέροντα. Ποτέ δε ρώτησα για εκείνα τα κουμπιά. Ύστερα από χρόνια σκότωσα για πρώτη φορά λύκο. Η μύτη του ήταν μαύρη, γυαλιστερή με δύο τρύπες. Το μόνο που φύτρωσε εκεί που τον έθαψα ήταν μια κόκκινη αγκαθιά. 

Εν είδει σκοτίας (όσα μου εξομολογήθηκε ο Σ. Ρ. Δ.), #2


Βγήκα από τη μήτρα με ένα πλοκάμι να εξέχει από την αριστερή μου ωμοπλάτη. Ο μαιευτήρας το χαρακτήρισε με χρήση αυτού του όρου. Η οικογένειά όπου μεγάλωσα φρόντιζε να το καμουφλάρει φορώντας μου ρούχα μεγαλύτερου μεγέθους. Στην ηλικία των πέντε κάποιος χειρούργος το αφαίρεσε για να ελαττώσει τις πιθανότητες ανάπτυξης του εξογκώματος σε καρκίνωμα. Η μνήμη του ακρωτηριασμού εγκαθίδρυσε την έλλειψη του μέλους στο βάθρο των τραυμάτων της παιδικής μου ηλικίας. Σωματικά ανακαλώ συχνά ως ενήλικας την ανάγκη του χαμένου εξωτερικού οργάνου. Ειδικά όταν επισκέπτομαι τους ελέφαντες. 

Εν είδει σκοτίας (όσα μου εξομολογήθηκε ο Σ. Ρ. Δ.), #1


Oh, your mouth used to be naked
Your eyes used to be so blue 
Your hurts used to be so nameless 
And your tears used to be so few 
Now your eyes cry wolf while your mouth cries
"I'm not scared of animals like you"
Bob Dylan

Μπορώ να τρέφομαι και να πίνω μέσα από μια βελόνα στο μπράτσο μου. Μπορώ να αναπνέω μέσα από τα ρουθούνια της μύτης μου. Μπορώ να μιλάω μέσα από τα πλήκτρα της γραφομηχανής μου. Ποτέ δεν ένιωσα την ανάγκη να τραγουδήσω ή να σφυρίξω. Ποτέ δεν επιθύμησα να φιληθώ ή να φιλήσω. Θα ήθελα να είχα γεννηθεί χωρίς στόμα.

An old whaler's love song

Tha mi sgìth 's mi leam fhìn, 
Buain na rainich, buain na rainich 

Tha mi sgìth 's mi leam fhìn, 
Buain na rainich daonnan 

'S tric a bha mi fhìn 's mo leannan 
Anns a' ghleannan cheothar 
'G èisteachd còisir bhinn an doire 
Seinn sa choille chòmhail; 

'S bochd nach robh mi leat a-rithist 
Sinn a bhitheadh ceòlmhor, 
Rachainn leat gu cùl na cruinne, 
Air bhàrr tuinne a' seòladh. 

Ciod am feum dhomh bhi ri tuireadh? 
Dè ni tuireadh dhomhsa 
'S mi cho fada o gach duine 
B' urrainn tighinn gam chòmhnadh? 

Το ξημέρωμα κατεβαίνει στην αμμουδιά και κόβει φτέρες για να τις πουλήσει στην αγορά. Σε όποιον πλησιάζει τον πάγκο του εκμυστηρεύεται: «Όταν ήμουν πλούσιος αγόρασα τριάντα εννέα ανεμόμυλους και ένα κοπάδι φάλαινες. Βίδωσα από έναν στη ράχη καθεμιάς, τις ελευθέρωσα και μπάρκαρα στο κατόπι τους με το πρώτο φαλαινοθηρικό που ξεκινούσε για το Βόρειο Ατλαντικό. Μη με περνάς για κακό ή παράξενο άνθρωπο και μην πιστεύεις φήμες ότι πίνω. Σου ορκίζομαι ότι τα έκανα όλα μόνο για να βλέπω, περνώντας από τα ανοιχτά του Σιλάι κάθε Αύγουστο, να με χαιρετούν με τα καπέλα τους η Έηλι και η Ίλα, κόρες του φαροφύλακα, η μία πιο όμορφη από την άλλη. Από τότε που ο φάρος τους γκρεμίστηκε από κεραυνό ξεμπάρκαρα και γυρίζω τα χωριά μαζεύοντας φτέρες κοντά στη θάλασσα. Περιμένω να εμφανιστούν ανεμόμυλοι όποτε κοιτώ προς τον ορίζοντα αλλά ακόμα τίποτα.»

ταριχευμενα ή σε φορμολη