Sunday best trappings, #4


Δεν έχω αρχίσει να το χάνω
Δεν το είχα ποτέ

Αντώνης Μανουσάκης (Βδέλυγμα)

Το όνομά μου δεν το άκουσα ποτέ κανονικά. Δε θυμάμαι ούτε μια μέρα ως παιδί που να γύρισα στον ήχο του δικού μου ονόματος. Πριν από μένα είχε γεννηθεί ένα κοριτσάκι που πέθανε στα δύο από ερυθρά. Μου έδωσαν το ίδιο όνομα με εκείνη τελευταία στιγμή. Η μάνα μου βέβαια εκ των υστέρων μαράζωνε να το ακούει οπότε με φώναζε αλλιώς. Αυθαίρετα μου κόλλησε ένα τυπικό της εποχής της γυναικείο προσωνύμιο από αυτά τα δυναμικά, που τονίζουν το ωμέγα στη λήγουσά τους. Σιγά σιγά ανεξαιρέτως όλοι ξέχασαν πώς με λέγανε. Ακόμα και όταν συναντώ στο δρόμο γνωστούς από την παλιά μας γειτονιά με αποκαλούν με τον φυτευτό μου τίτλο, τον επικολλημένο διορθωτικά πάνω στα σημαινόμενα του γνήσιου. Η βαρύτητα του σινιάλου προσφώνησης ενός πράγματος ή μιας κατάστασης είναι τόσο επιβλητική, που ακόμα και τα ισχυρότερα αντιισταμινικά φάρμακα μπορούν να αποδειχθούν ανεπαρκή. Επί χρόνια διατυμπάνιζα τη βίαια αλλεργική μου αντίδραση που ελλοχεύει κάθε φορά που κάποιος θα μεταχειριζόταν το αυθεντικό μου όνομα για να με καλέσει. Αποπειράθηκα ακόμα και να βρω υποκατάστατα ιδεολογικά στηρίγματα για αυτήν μου τη στάση. Για μια ορισμένη περίοδο υποστήριζα σθεναρά την πανωνυμία, αλλιώς αρνητική ανωνυμία, σύμβαση κατά την οποία όλα τα ονόματα χαρακτηρίζουν όλα τα πρόσωπα και η διάκριση μεταξύ τους επιτυγχάνεται με άλλα μέσα όπως ο επιτονισμός, η άρθρωση και η απεύθυνση της εκάστοτε χειρονομίας. Όταν κουράστηκα από αυτό το σημειολογικό χάος, συνασπίστηκα με τους "Γορίλες της Κλιτικής", μια ομάδα αναρχικών ακτιβιστών που κλέβουν ονόματα σε πακέτο με τα ιστορικά αποτυπώματα και τα λοιπά κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά τους από την Παγκόσμια Τράπεζα Ονομάτων και τα αναδιαμοιράζουν σε άτυχους ή άπορους "δυσώνυμους" όπως εγώ. Φιλότιμη αλλά ριψοκίνδυνη κίνηση που δεν άργησε να με κάνει να αισθανθώ ανικανοποίητη και ηθικά καχύποπτη. Επομένως προχώρησα σε μια ομοιοπαθητικής προσέγγισης θεραπεία: ενστερνίστηκα θερμά σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής και της επικοινωνίας μου το αρχικό ενοχλητικό για μένα όνομα, κάτι που στους περισσότερους φάνηκε σαν ένα σκέτο καπρίτσιο, μιας που ποτέ τους δεν είχαν λάβει γνώση του οικογενειακού παρασκηνίου και της ψυχολογικής μου τοποθέτησής απέναντι σε αυτό. Δεν λειτούργησε ούτε αυτή η μεθόδευση οφείλω να ομολογήσω. Κουβαλώ έτσι τόσον καιρό εκτός από το καθομιλουμένο μου και ένα νεκρό όνομα, και εξακολουθώ να θλίβομαι κάθε φορά στο δικαστήριο όταν απροειδοποίητα με προσαγορεύουν με το επίσημο, τουτέστιν αυτό της κατ' επίφασιν αλησμόνητης ανήλικης νεκρής. 

Sunday best trappings, #3


Η αφήγησή του μας διαπερνά και η θλίψη της μας διαποτίζει παράλογα. [...] Στην ουσία ο Φατ έλεγξε το μυαλό του και το βρήκε ελαττωματικό. Έπειτα, με τη χρήση εκείνου του μυαλού, έλεγξε την εξωτερική πραγματικότητα, αυτό που αποκαλείται μακρόκοσμος. Κι αυτόν τον βρήκε ελαττωματικό. [...] Η σύμπλεξη του ελαττωματικού εργαλείου με το ελαττωματικό αντικείμενο είχε σαν αποτέλεσμα άλλη μια τέλεια κινέζικη δακτυλοπαγίδα. 

Philip K. Dick

Αυτός τουλάχιστον έλεγε ότι προσπαθούσε. Άνοιγε την πόρτα σε κάθε δωδεκάχρονο που εμφανιζόταν χαράματα με τα δόντια στη χούφτα και τα παπούτσια γυαλισμένα. Αυτός με καμπούρα και θολά γυαλιά, τροφές στα ούλα και κάπου παραχωμένο κάτω από τον καναπέ το όπλο. Η φιλοξενία δεν είναι άλλη μια δραστηριότητα, είναι συνθήκη ύπαρξης για τη φυλή του. Του κοστίζει ανυπολόγιστα πολύ η στέρησή της, παράλληλα με το αυτονόητο της ανταπόδοσης που δεν καταδεχόταν ασφαλώς ποτέ. Αποτελεί φυσική ανάγκη του το να δέχεται επισκέψεις. Εκφράζεται ως οργανική του επιθυμία το να περιμένει, να προετοιμάζεται, να καταπιέζεται συντροφικά, να αποχαιρετάει μελαγχολώντας και έπειτα να βιώνει σε βρόγχο όλη την επανάληψη προσμονής, ταπείνωσης και ερημιάς. 

Προσφέρθηκα να συμμετάσχω σε μια στιγμή κυκλοθυμίας. Του δώρισα ένα μικρό κουτί γεμάτο βαμβάκι. Του άρεσε όπως κάθε τι ελαφρύ, μαλακό και στεγνό. Το δωμάτιο μύριζε μέταλλο και ευκολία στο γούστο. Κεράστηκα αέρα και καπνό, όχι γενναιόδωρα. Άρχισε να επιδεικνύει τα λάφυρα όπως περνούσε το βράδυ, σκελετοί γυαλιών και τράπουλες, συλλογές από άλλες συλλογές, κορδόνια με κόμπους, παλιά μαλλιά και επίπεδες κυκλικές μεμβράνες. 

Στην αρχή έπληττα αλλά μετά επικεντρώθηκα στις φύτρες των μαλλιών του και σταδικά οπισθοχώρησα στη συζήτηση. Ακουμπώντας τες μία μία ένιωθα να εισχωρούν μικρές λεπίδες στις ρώγες των δαχτύλων μου. Η αίσθηση ήταν συναρπαστικά αιχμηρή. Μου επέτρεψε να διαπράξω την ίδια κίνηση ελλειπτικής τροχιάς με την παλάμη βυθισμένη στο κεφάλι του για ώρες. Απορροφημένη, ένιωθα σχεδόν προνομιούχα. Είχε μισοκλείσει τα βλέφαρα και μιλούσε με σποραδικές αναλαμπές. Θυμόταν ορισμένα χρώματα τα δικαιώματα των οποίων επιδίωξε κατά καιρούς να διεκδικήσει νομικά. Τον χτένιζα με χέρια υπνωτισμένα ώσπου βγήκαν οι πρωινοί αρουραίοι απ'τα συρτάρια της κουζίνας και μου υπενθύμισαν να αναδυθώ από το μούδιασμα προς το ημίφως χωρίς να χαιρετίσω. 

Μπορώ να πω ότι δεν αποκόμισα απολύτως τίποτα από την εσπερινή μας αλληλεπίδραση. Γέλασα όμως μέχρι δακρύων στο δρόμο της γυρισμού με τα αλλοιωμένα μου δακτυλικά αποτυπώματα και αποφάσισα να την επαναλάβω. 

Sunday best trappings, #2



Let's forget about tomorrow
Let's forget about tomorrow
Let's forget about tomorrow for tomorrow never comes

Norman Newell


Εδώ που βρεθήκαμε όλες οι σημαίες είναι γκρίζες. Τηλεφωνήσαμε στους υπεύθυνους και μας απάντησαν με αγένεια ότι είναι αναρμόδιοι να δίνουν συντεταγμένες. Το πρόβλημα εξαρχής ήταν ότι σε αυτή τη φάση της ψυχολογίας μας δεν μας ευεργετεί η ασυνέχεια ούτε η άγνοια. Και να που ακριβώς τώρα φτάσαμε. Για άλλη μια φορά βρίσκουμε τους εαυτούς μας να στραβώνουν κι άλλο τις ήδη στραβές πινακίδες και να κλωτσάνε παμπάλαια μπουκάλια από πράσινο πλαστικό. Αδύναμοι και απροσανατόλιστοι ουρανοί εκτείνονται γύρω από τα ανακατεμένα μαλλιά μας, όλο δείχνει ότι θα μπορούσε να μας πιάσει βροχή και όλο διαψεύδεται, οι ώμοι μου είναι πεσμένοι μπροστά και το κορδόνι σου λυτό εδώ και αρκετά χιλιόμετρα. Ωστόσο κοίτα. Παρακάτω στο δρόμο φαίνονται δύο φουγάρα και ταμπέλες που τη νύχτα ίσως φωτίζουν με νέον μεταφέροντας κάποιο μήνυμα σε γραμματοσειρά μαγκνέτο. Προσπαθώ εξαντλητικά πολύ και το βλέπεις. Δεν έχω καμία απολύτως διάθεση να συνεχίσω να σου μιλάω αλλά παριστάνω το ζηλωτή εξακολουθώντας το περπάτημα λίγο πιο μπροστά από σένα και κάνοντας τη χωρίστρα των μαλλιών μου προς την πλευρά σου. Μην ανησυχείς, μπορώ ακόμα να αλλάξω αυτό που θέλω ώστε να ταιριάζει με αυτό που τυχαίνει να είσαι. Η γεύση του φαγητού σε όποιο μέρος και αν πηγαίνουμε, εξαρτάται κατά κάποιον τρόπο από τη σειρά με την οποία τρώγεται. Γι' αυτό δε μπορώ να πάω πουθενά χωρίς εσένα. Άλλα πέντε χιλιόμετρα και γυρνάμε πίσω. Η άσφαλτος το μεσημέρι εξατμίζεται και κολλάει στο δέρμα του προσώπου, φράσσει τους πόρους, μπλοκάρει τους γευστικούς κάλυκες και στομώνει την εσωτερική γωνία των ματιών. Προχωράμε ακόμα.

Sunday best trappings, #1


Στις εξιστορήσεις της ζωής σου συχνά ανταποκρίνομαι με ρίγη στη ραχοκοκκαλιά

Λένα Πλάτωνος

Το πρωί παρευρεθήκαμε σε μια κηδεία. Ο νεκρός ήταν άγνωστός μας ωστόσο εσύ φορούσες σκούρο κοστούμι κι εγώ ένα μαύρο σατέν φόρεμα, πολύ παλιό, που δεν το είχα ξαναφορέσει και το κρατούσα για μια τέτοια συγκυρία. Φαινόμασταν επίσημοι και ταιριαστοί, αισθανόμασταν όμορφοι και αδιάφοροι ο ένας για τον άλλο, αρκεί να προχωρούσαμε δίπλα δίπλα. Ο υπόλοιπος κόσμος φορούσε καπέλα και κρατούσε ομπρέλες, πλανιόταν μια λύσσα για προστασία από την κοσμική ακτινοβολία ανάμεσα στους καλεσμένους, την οποία αναγνωρίζαμε αλλά είχαμε αμοιβαία απορρίψει. Δεν έβρεχε, δεν είχε ήλιο και τα σύννεφα δεν είχαν κάποιο ιδιαίτερο χρώμα ή σχήμα. Πριν την έναρξη της ακολουθίας, ο προκαθήμενος προφασιζόμενος εξάρτηση από τη δικλείδα ενός παραδοσιακού όρκου σιωπής, ζήτησε από όλους να βγάλουν τα δόντια τους και να τα αποθέσουν στο εξατομικευμένο τασάκι που είχε προβλεφθεί για τον καθένα. Σχολιάσαμε πικρόχολα αλλά διακριτικά την εργονομία αυτού του αμήχανου σκεύους και ακολουθήσαμε τις οδηγίες. Ένιωσα μια ηλεκτρική τάση ασφάλειας ανάμεσα στις ωμοπλάτες καθώς σε κοίταζα να διατρέχεις με τη γλώσσα τα πάνω ούλα σου και απέστρεψα αμέσως το βλέμμα. Έπειτα ο υπεύθυνος, επικαλούμενος την ιερότητα του χώματος όπου θα τελούνταν η ταφή, μας προσκάλεσε να βγάλουμε τα παπούτσια μας όπως και υπάκουα κάναμε. Ανυπόδητοι και χωρίς δόντια εισήλθαμε από μια στενή χορταριασμένη πύλη στο πεδίο της τελετής. Το έδαφος ήταν πλημμυρισμένο από ώριμα κεράσια, κι ας μην ξεχώριζε ούτε ένα δέντρο στον περιφερειακό ορίζοντα. Υποθέσαμε ότι αποτελούσαν μέρος της σκηνογραφίας και πατήσαμε πάνω τους πρόθυμα. Οι γάμπες, τα μπατζάκια, οι ποδόγυροι και οι άκρες από τα μπαστούνια, μετά από μερικά βήματα είχαν μουσκέψει αν και ο κόκκινος χυμός εν γένει δεν ξεχώριζε στα μαύρα φόντα. Πλησιάσαμε στο σκάμμα καθώς σμήνη από έντομα είχαν αρχίσει να μας περιτριγυρίζουν και να μας τσιμπάνε στα ακάλυπτα βρεγμένα μέλη. Χωρίς έκπληξη διαπιστώσαμε ότι η κάσα είχε μορφή κλεψύδρας και αστειευτήκαμε με το επιφανειακό και το προβλέψιμο μιας τέτοιας χειρονομίας. Στο λάκκο μαζί με το φέρετρο οι συγγενείς μάς ενθάρρυναν να τοποθετήσουμε ότι βαρύτερο κουβαλούσαμε μαζί μας. Άρχισαν οι παρευρισκόμενοι να ψάχνουν στις τσέπες τους ανήσυχοι, επικράτησε ένας εφήμερος πανικός. Εμείς κατάλληλα προετοιμασμένοι, δεν πτοηθήκαμε και τολμηρά ρίξαμε πρώτοι από ένα μικροσκοπικό μεταλλικό βαρίδιο ο καθένας μέσα στην τρύπα. Δεν κοιταχτήκαμε συνωμοτικά παρόλο που ταυτόχρονα φανταστήκαμε ότι συνέβη. Ακολουθώντας το παράδειγμά μας, ξεκίνησαν και οι άλλοι να πετάνε μέσα στον τάφο ξύστρες, νομίσματα, πρόσθετα μέλη, αλυσίδες, αμόνια- μινιατούρες, άγκυρες, αγκράφες, τιάρες, κλειδαριές, τακούνια. Παραδόξως δε διακρίναμε καθόλου κλειδιά και όπλα στα συμπαρομαρτούντα, όταν στο τέλος σκύψαμε για να ατενίσουμε το ωραίο μικροπεριβάλλον που είχε δημιουργηθεί έξι πόδια χαμηλότερα από τα λερωμένα πέλματά μας. Δεν ακούστηκαν ύμνοι, χαιρετισμοί ή ψαλμωδίες, δεν αναγνώστηκε κάποιος επικήδειος. Ακολουθώντας τα κενά ανάμεσα στα κεράσια εντοπίσαμε το δρόμο προς τα πίσω. Το πλήθος σκόρπισε κατευθείαν. Αμφιβάλλω αν θυμήθηκαν να παραλάβουν τα δόντια ή τα παπούτσια τους. Γυρίσαμε στο σπίτι. Δε βγάλαμε τα παπούτσια μας και δε χαμογελάσαμε. Θυμήθηκα ότι όλη αυτή την ώρα κάπου πονούσα. Η δεξιά μου παλάμη ήταν πρησμένη, με πέντε σημειακές μελανιές· η αριστερή δικιά σου επίσης. 

Nugatory Ragas and Sagas, #4


Yes you are, my love, the astronaut
Crashing in the name of science
Just my luck they found your upper half
It's a very nice reminder
It's a very nice reminder

Amanda Palmer

Να κοιτάς τα χέρια σου όσο περισσότερες φορές μπορείς μέσα στη μέρα. Να τεντώνεις τις παλάμες ανοιχτές προς τα πάνω και να τις παρατηρείς σχολαστικά. Έτσι ίσως γλιτώσουμε. Εννοώ, μπορεί και να καταλάβουμε πότε κάτι δεν θα πηγαίνει καλά. Η εσωτερική πλευρά των δαχτύλων είναι το πρώτο δέρμα που παραμορφώνεται σε περίπτωση που συμβεί κάτι. Εμείς θα το μάθουμε έγκαιρα, δε χρειάζεται να σε πιάνει πανικός. Επιπλέον, θα είμαστε μαζί. Μόλις αντιληφθούμε κάποια αλλοίωση, το πλάνο παραμένει το γνωστό: πηγαίνουμε στο κρεβάτι, σκεπαζόμαστε μέχρι πάνω με την κουβέρτα, ασφαλίζουμε τις άκρες της και τις γωνίες κάτω από τα σώματά μας, και τους αφήνουμε να περάσουν κανονικά από πάνω μας με τα μικρά τους σουβλερά ποδαράκια. Αυτό ίσως κρατήσει μία ή δύο εποχές, αλλά εντωμεταξύ θα έχουμε γνωριστεί τόσο καλά μεταξύ μας σε αυτό το περιβάλλον, παρά τη σχετική έλλειψη αέρα. Έπειτα όλα θα ξαναγίνουν πεπερασμένα.

Nugatory Ragas and Sagas, #3


Έιρ Ντουτ- Ζεμρυάλ ("Εκπληρωμένη Ευχή Σοφίας") (7:49). 
Ερμηνεύει η Ντάμνυαν Τάσι Γουανγκυάλ από το χωριό Σάτζου, φωνή και τύμπανο. Παραδοσιακό μοναστηριακό τραγούδι. Ανακαλύφθηκε και καταγράφηκε σε άγνωστο ακριβή χρόνο και τόπο- πιθανότατα στις αρχές του αιώνα στην επαρχία Ντέγκζυαν- από τον αξιόλογο Μοραβό ιατρό και ιεραπόστολο Ζ. Λ. Φρεκλ, που δραστηριοποιήθηκε στις σκήτες κατά μήκος του ποταμού Γον, επί της οροσειράς Κόνο. Το τραγούδι απαντά σε ποικίλες παραλλαγές με πανομοιότυπους στίχους και η αρχική εκδοχή του θρυλείται ότι προήλθε από την ιδρύτρια του κινήματος του Νολ μοναχισμού, Ούρα Λέι Γκον.

Μη νομίζετε ότι η Ντάμνυαν Τάσι Γουανγκυάλ δεν έχει πατέρα- το ξύλο του κέδρου είναι ο πατέρας μου. 
Μη νομίζετε ότι η Ντάμνυαν Τάσι Γουανγκυάλ δεν έχει μητέρα- ο γρανίτης κάτω από τον παγετώνα είναι η μητέρα μου.
Μη νομίζετε ότι η Ντάμνυαν Τάσι Γουανγκυάλ δεν έχει κεφάλι- το κεφάλι του αλόγου είναι το κεφάλι μου.
Μη νομίζετε ότι η Ντάμνυαν Τάσι Γουανγκυάλ δεν έχει ήχο- το ράγισμα του δέρματος είναι ο ήχος μου.
Μη νομίζετε ότι η Ντάμνυαν Τάσι Γουανγκυάλ δεν έχει συγγενείς- τα δέκα μου δάχτυλα είναι οι συγγενείς μου.
Μη νόμίζετε ότι η Ντάμνυαν Τάσι Γουανγκυάλ δεν έχει θάλασσα- οι φτέρες στην πλαγιά είναι η θάλασσά μου.
Μη νομίζετε ότι η Ντάμνυαν Τάσι Γουανγκυάλ δεν έχει σπίτι- ο ανηχοϊκός θάλαμος είναι το σπίτι μου.
Μη νομίζετε ότι η Ντάμνυαν Τάσι Γουανγκυάλ δεν έχει συντροφιά- το αίμα στα ούλα είναι η συντροφιά μου.


Nugatory Ragas and Sagas, #2

if we were our afflictions
I' d be joining you

feel free to call me
little more often

Alanis Morissette


- Να πάρω τις φτερούγες;
- Όχι, δεν αρκούν.
- Να κατασχέσω τα πόδια;
- Δε φτάνουν.
- Να κλέψω τότε την κοιλιά.
- Δε θα σου χρησιμεύσει σε τίποτα.
- Αν βρω τρόπο να αφαιρέσω τα νύχια;
- Αποκλείεται να πετύχει.
- Θα προσπαθήσω να οικειοποιηθώ την ουρά.
- Άδικα θα μπεις στον κόπο.
- Να ξεριζωσω τα μάτια. Πώς δεν το σκέφτηκα;
- Παραήταν προφανές. Δε θα δεις αποτέλεσμα.
- Κατάλαβα. Πρέπει να βγάλω το ράμφος.
- Μην αναλώνεσαι σε εικασίες. Ο παπαγάλος κλαίει με ολόκληρο το σώμα του.


Nugatory Ragas and Sagas, #1


- Ποιός είναι εδώ;
- Μια ιστορία.
- Ποιός τη λέει;
- Ο αέρας.
- Σε ποιόν;
- Στο μπουκάλι.
- Και πώς τελειώνει;
- Με άδειο χώρο.