Εν είδει σκοτίας (όσα μου εξομολογήθηκε ο Σ. Ρ. Δ.), #4

Ως εργαζόμενος συντηρητής στο μουσείο η εξειδίκευσή μου έγκειται στο να αφαιρώ μύτες από προτομές. Η αναγκαιότητα αυτής της εργασίας υπαγορεύεται από την προχειρότητα της αποκατάστασης που υπέστησαν ορισμένα έργα τέχνης παλαιότερα, όταν η βίαιη συγκόλληση μιας γύψινης προσομοίωσης σε ένα κεφάλι από μάρμαρο, που είχε απωλέσει την αρχική του μύτη, θεωρούνταν θεμιτή. Η σύγχρονη τάση θεραπείας των αγαλμάτων, αντιθέτως, εισηγείται την ειλικρίνεια, προκειμένου να διαμορφωθεί μια γέφυρα ενθάρρυνσης του διαλόγου ανάμεσα στον ακίνητο και τον περιφερόμενο θεατή. Η παρέμβασή μου καθιστά τα πρόσωπα των γλυπτών ανυπόκριτα αλλά και διπλά ανάπηρα, καθώς αποκαλύπτονται τόσο τα ίχνη του αρχικού ατυχήματος όσο και τα ίχνη της πρότερης αποτυχημένης διόρθωσης. Πολλοί με κατηγορούν ότι παθιάζομαι υπερβολικά με το καθήκον που έχω αναλάβει. Ομολογουμένως, οραματίζομαι έναν κόσμο όπου η μόδα θα επιτάσσει όχι πλαστική επέμβαση εξωραϊσμού αλλά ολική αφαίρεση αυτής της αντιαισθητικής προεξοχής. Μέχρι τότε απολαμβάνω την ομορφιά αποκλειστικά σε πρόσωπα από πέτρα, μάρμαρο, πηλό και ελεφαντόδοντο ενώ στολίζω τους τοίχους του σπιτιού μου με προθήκες όπου δεσπόζουν οι αποκομμένες γύψινες μύτες σαν μετάλλια. 

Εν είδει σκοτίας (όσα μου εξομολογήθηκε ο Σ. Ρ. Δ.), #3


Το μοναστήρι έξω από το χωριό που γεννήθηκα έχει μόνο ένα κελί. Οι ορειβάτες στο δρόμο για τη χαράδρα το προσπερνούν σαν καλύβα βοσκού. Μικρός πληρωνόμουν σε αβγά ή σύκα από τους αγρότες για να σκαρφαλώνω μέχρι εκεί και να μεταφέρω μηνύματα και τάματα προς τον ηλικιωμένο μοναχό. Γύρω από τη σκήτη φύτρωναν κόκκινες αγκαθιές σφιχτά πλεγμένες μεταξύ τους. Έπρεπε να πάρω φόρα και να πηδήξω από πάνω τους για να εισβάλλω στο προαύλιο. Κάθε φορά που πλησίαζα, μια μυρωδιά με αναγούλιαζε και με ανάγκαζε να τρέχω ως την πόρτα κρατώντας την ανάσα μου. Χτυπούσα και μου άνοιγε κατευθείαν λες και με περίμενε. Φορούσε μια μάλλινη ζακέτα με μαύρα γυαλιστερά κουμπιά. Στο ένα χέρι κρατούσε πάντα μια τσάπα ενώ το άλλο ήταν κρυμμένο πίσω από την πλάτη του. Άρπαζε από τον ώμο μου την τσάντα με τα τάματα και μουρμούριζε κάτι λέξεις που ακούγονταν παλιές πριν νιώσω στο πρόσωπο το ρεύμα της πόρτας που κλείνει με πάταγο. Όταν μεγάλωσα σταμάτησα τα θελήματα και έγινα παραγιός σε έναν υφαντή. Μια μέρα ήρθε ο καλόγερος και μας παράγγειλε μαύρη ζακέτα από μαλλί. Έβγαλε από την τσέπη του ράσου δυο χούφτες μαύρες γυαλιστερές πέτρες που είχαν από δύο τρύπες η καθεμιά και ζήτησε να ράψουμε αυτές για κουμπιά. Το αφεντικό τις έκρυψε γρήγορα και δε με άφησε να δουλέψω για το ρούχο του γέροντα. Ποτέ δε ρώτησα για εκείνα τα κουμπιά. Ύστερα από χρόνια σκότωσα για πρώτη φορά λύκο. Η μύτη του ήταν μαύρη, γυαλιστερή με δύο τρύπες. Το μόνο που φύτρωσε εκεί που τον έθαψα ήταν μια κόκκινη αγκαθιά. 

Εν είδει σκοτίας (όσα μου εξομολογήθηκε ο Σ. Ρ. Δ.), #2


Βγήκα από τη μήτρα με ένα πλοκάμι να εξέχει από την αριστερή μου ωμοπλάτη. Ο μαιευτήρας το χαρακτήρισε με χρήση αυτού του όρου. Η οικογένειά όπου μεγάλωσα φρόντιζε να το καμουφλάρει φορώντας μου ρούχα μεγαλύτερου μεγέθους. Στην ηλικία των πέντε κάποιος χειρούργος το αφαίρεσε για να ελαττώσει τις πιθανότητες ανάπτυξης του εξογκώματος σε καρκίνωμα. Η μνήμη του ακρωτηριασμού εγκαθίδρυσε την έλλειψη του μέλους στο βάθρο των τραυμάτων της παιδικής μου ηλικίας. Σωματικά ανακαλώ συχνά ως ενήλικας την ανάγκη του χαμένου εξωτερικού οργάνου. Ειδικά όταν επισκέπτομαι τους ελέφαντες. 

Εν είδει σκοτίας (όσα μου εξομολογήθηκε ο Σ. Ρ. Δ.), #1


Oh, your mouth used to be naked
Your eyes used to be so blue 
Your hurts used to be so nameless 
And your tears used to be so few 
Now your eyes cry wolf while your mouth cries
"I'm not scared of animals like you"
Bob Dylan

Μπορώ να τρέφομαι και να πίνω μέσα από μια βελόνα στο μπράτσο μου. Μπορώ να αναπνέω μέσα από τα ρουθούνια της μύτης μου. Μπορώ να μιλάω μέσα από τα πλήκτρα της γραφομηχανής μου. Ποτέ δεν ένιωσα την ανάγκη να τραγουδήσω ή να σφυρίξω. Ποτέ δεν επιθύμησα να φιληθώ ή να φιλήσω. Θα ήθελα να είχα γεννηθεί χωρίς στόμα.

An old whaler's love song

Tha mi sgìth 's mi leam fhìn, 
Buain na rainich, buain na rainich 

Tha mi sgìth 's mi leam fhìn, 
Buain na rainich daonnan 

'S tric a bha mi fhìn 's mo leannan 
Anns a' ghleannan cheothar 
'G èisteachd còisir bhinn an doire 
Seinn sa choille chòmhail; 

'S bochd nach robh mi leat a-rithist 
Sinn a bhitheadh ceòlmhor, 
Rachainn leat gu cùl na cruinne, 
Air bhàrr tuinne a' seòladh. 

Ciod am feum dhomh bhi ri tuireadh? 
Dè ni tuireadh dhomhsa 
'S mi cho fada o gach duine 
B' urrainn tighinn gam chòmhnadh? 

Το ξημέρωμα κατεβαίνει στην αμμουδιά και κόβει φτέρες για να τις πουλήσει στην αγορά. Σε όποιον πλησιάζει τον πάγκο του εκμυστηρεύεται: «Όταν ήμουν πλούσιος αγόρασα τριάντα εννέα ανεμόμυλους και ένα κοπάδι φάλαινες. Βίδωσα από έναν στη ράχη καθεμιάς, τις ελευθέρωσα και μπάρκαρα στο κατόπι τους με το πρώτο φαλαινοθηρικό που ξεκινούσε για το Βόρειο Ατλαντικό. Μη με περνάς για κακό ή παράξενο άνθρωπο και μην πιστεύεις φήμες ότι πίνω. Σου ορκίζομαι ότι τα έκανα όλα μόνο για να βλέπω, περνώντας από τα ανοιχτά του Σιλάι κάθε Αύγουστο, να με χαιρετούν με τα καπέλα τους η Έηλι και η Ίλα, κόρες του φαροφύλακα, η μία πιο όμορφη από την άλλη. Από τότε που ο φάρος τους γκρεμίστηκε από κεραυνό ξεμπάρκαρα και γυρίζω τα χωριά μαζεύοντας φτέρες κοντά στη θάλασσα. Περιμένω να εμφανιστούν ανεμόμυλοι όποτε κοιτώ προς τον ορίζοντα αλλά ακόμα τίποτα.»

Κατάστρωμα Ημερολογίου Χωρίς Συγκεκριμένη Αρίθμηση


Στο άδειο σημειωματάριο φαντάζομαι όλες τις λέξεις και τις εικόνες καθώς γυρίζω τις σελίδες ξανά και ξανά. Είναι κάθε φορά η ίδια ιστορία. Με λευκά γάντια εφαρμοσμένα στις παλάμες σφίγγω ένα μαχαίρι ξανά και ξανά. Είναι κάθε φορά η ίδια κηλίδα. Από την πόρτα του κλουβιού με τις αράχνες κλέβω το κλειδί ξανά και ξανά. Είναι κάθε φορά η ίδια συντροφιά. Το μόνο παιχνίδι που με διασκεδάζει πια είναι να κρατάω την αναπνοή μου. 

Ένα απόγευμα στο νοσοκομείο Τσάλμερς


Ας αρχίσουμε από αυτό: λέγεσαι Ίθαν Αλαού. Η αγαπημένη σου δραστηριότητα στην προσχολική ηλικία ήταν να αφουγκράζεσαι τις κραυγές των γάτων σε περίοδο αναπαραγωγής, μιμούμενος τις οποίες απόκτησες το δεύτερο, και διαδεδομένο σου όνομα. Στο σχολείο όντας μικρόσωμος και λεπτοκαμωμένος εύκολα γινόσουν αόρατος και κατά τη διάρκεια του μαθήματος μουσικής κατάφερνες να εγκατασταθείς πίσω από την ανοιχτή ξύλινη πόρτα, να κολλάς το αφτί σου στο κάσωμα και να παρακολουθείς εκείνες τις αντανακλάσεις του ήχου που πολύ αργότερα ο ίδιος ονομάτισες "σκοτεινές". Όταν έγινες δεκαεπτά διηύθυνες την πρώτη σου συμφωνική ορχήστρα διαρρυθμισμένη από δική σου επιλογή με άχορδα πρώην έγχορδα, απουσία πνευστών και κρουστά τοποθετημένα σε ενυδρεία. Στα είκοσί σου χρόνια συνέθεσες το πρώτο σου κονσέρτο για δύο ζευγάρια παπούτσια, ένα οποιοδήποτε υγρό πεζοδρόμιο και τέσσερα συγκεκριμένα πόδια, τα δύο δικά σου και τα δύο της αγαπημένης σου, έργο το οποίο τροποποίησες όταν η αγαπημένη σου έμεινε ανάπηρη από το λαιμό και κάτω και κατέστρεψες ολοσχερώς όταν η αγαπημένη σου σε παράτησε επιλέγοντας την οδό της ευθανασίας. Μετά από μια δεκαετία απόσυρσής σου επανήλθες με την επινόηση μιας πρωτοποριακής μεθόδου συντονισμού μουσικών συνόλων, τιτλοφορούμενη "Eye Conduct", αποκλειστικά με χρήση των αμφιβληστροειδών του μαέστρου, χωρίς τη διαμεσολάβηση κινήσεων των άνω άκρων. Γράφτηκε η βιογραφία σου, έγινες διάσημος, βαθύπλουτος και περιζήτητος αλλά μαζί με τη δόξα γύρω από το όνομά σου βοούσαν και οι φήμες ότι αρχίζεις να τρελαίνεσαι. Ειδικά μετά από την πρωτοχρονιάτικη συναυλία της φιλαρμονικής της Βιέννης όπου τα χέρια σου έτρεμαν αντί να βρίσκονται ακίνητα πίσω από την πλάτη και στο τέλος ξέσπασαν σε ένα κυμάτισμα που ξεκινούσε από τους ώμους και κατέληγε στα δάχτυλα προκαλώντας θυμηδία στο κοινό και απόγνωση στους μουσικούς. Από τότε οι εμφανίσεις σου αραίωσαν μέχρι που σταμάτησαν τελείως και τα μέσα ενημέρωσης μιλούσαν για πιθανή αυτοκτονία σου. Χτες βράδυ τα βήματα μιας βόλτας με οδήγησαν στη γέφυρα του Άλβα και το βλέμμα μου σταμάτησε στην αντανάκλαση μιας φιγούρας στο ποτάμι να διαγράφει ημικύκλια με τα χέρια της κρατώντας δύο μπαγκέτες. Πλησιάζοντας πρόσεξα ότι ανάμεσά τους κρεμόταν ένας βρόχος σχοινιού που ανά διαστήματα βυθιζόταν σε έναν κουβά και μετά την ανάσυρσή του έξω σχημάτιζε σαπουνόφουσκες. Παρακολούθησα το θέαμα απορροφημένη και πριν φύγω χειροκρότησα και σου φώναξα αυθόρμητα "μπράβο μαέστρο!". Ήρθες κοντά, μου έδωσες το σκοινί και επέμενες να σε βοηθήσω να δέσεις τους καρπούς σου μεταξύ τους. Δεν το έκανα αλλά σε οδήγησα εδώ επειδή φαινόσουν ανήμπορος. Θα σε φροντίσουν. Υποτίθεται ότι μπορούν να σου επαναφέρουν τη μνήμη και την ομιλία. Όταν κατάλαβαν ποιός είσαι και μου διηγήθηκαν την ιστορία σου, δεν εντυπωσιάστηκα γιατί δεν έχω ιδέα από μουσική. Φαντάσου ότι δεν έχω βρεθεί ποτέ σε συναυλία με μαέστρο. Ίσως χτες ήταν η πρώτη μου. 

Έπειτα έκανα έναν μακρινό περίπατο


Μια άλλη απάντηση στην τρίτη ερώτηση ενός ερωτηματολογίου που ο Μαρσέλ Προυστ απάντησε για πρώτη φορά στα δεκατρία του χρόνια

Δίπλα στο παράθυρο υπήρχε ένα κομμάτι φελιζόλ για να κρεμάμε τις ζωγραφιές μας με πινέζες. Οι πινέζες, στρόγγυλες και γυαλιστερές, έμοιαζαν με ζαχαρωτά, με κουμπιά σε κοστούμι μάγου, με μάτια ξωτικών, αλλά τις πιο πολλές φορές με τα βαμμένα νύχια της μητέρας μου. Μετά το τελευταίο κουδούνι όλοι ξεκρεμούσαν τα χαρτιά τους βιαστικά, η αίθουσα σώπαινε και το φελιζόλ λεύκαινε. Εκείνη ήταν η ώρα που οι πινέζες άρχιζαν να διηγούνται ιστορίες υποδυόμενες τους ατέλειωτους εαυτούς τους μόνο για τα μάτια μου. Ο φύλακας με πετούσε πάντα έξω ύστερα από λίγη ώρα. Παραπατώντας τότε εγώ κάτω από το κάθετο φως, είχα ακόμα λερωμένο το βλέμμα με καλειδοσκόπια, ουράνια τόξα και σαπουνόφουσκες· προσπαθούσα να περπατάω με κλειστά βλέφαρα ώστε να τα κρατήσω ζωντανά μέχρι να φτάσω σπίτι. Η λαχτάρα μου για τις πινέζες ωρίμαζε ανολοκλήρωτη, ώσπου ένα μεσημέρι αποφάσισα πως έπρεπε να τις κλέψω. Ανέβηκα σε μια καρέκλα και τρυφερά τις ελευθέρωσα από το άσπρο δεσμωτήριο ώσπου βρέθηκαν σκορπισμένες στο μωσαϊκό. Άκουσα το βήχα του φύλακα να αντηχεί στο διάδρομο. Πλησίαζε. Έβγαλα τα παπούτσια και τις κάλτσες. Μέσα σε επτά γυμνά βήματα κατάφερα να τις πατήσω όλες. Μία προς μία. Ο φύλακας με βρήκε να δένω τα κορδόνια μου. 

ταριχευμενα ή σε φορμολη