Μονόκερα


Γιγάντια δαχτυλίδια με στιπλνή επιδερμίδα. Πλάσματα στρογγυλά, σχεδόν τέλειες κυκλικές περιφέρειες στην κάτοψή τους. Κινούνται αργά ισορροπώντας στον εαυτό τους. Έντονα συναισθηματικά και ταυτόχρονα ανέκφραστα. Η οσμή που αναδύουν προσομοιάζει αυτήν του πολυστέρα που έχει εγκαταλειφθεί επί ώρες στον ήλιο. Δεν παράγουν ήχο ούτε δέχονται απτικά ερεθίσματα. Κυκλοφορούν αυστηρά κατά ομάδες σε κυκλικούς και πάλι σχηματισμούς, χωρίς να έχουν συνείδηση αυτού του γεγονότος. Το προφίλ της διατομής τους παρουσιάζει και αυτό όψη κύκλου, έχει δε χρώμα κυανό και υφή άγριας γούνας. Σε περίπτωση διάτρησης, απελευθερώνουν λίτρα διάφανου υγρού και πεθαίνουν αργά. Οποιοσδήποτε τραυματισμός τους θεωρείται μη αναστρέψιμο και μοιραίο γεγονός.

Οξέα, Βάσεις, Άλατα (A random Q&A), #4


- Πού έχεις παρκάρει;
- Νομίζω ότι έχω αφήσει το σκάφος σε κάποιον οπωρώνα, κάπου ανάμεσα σε ροδακινιές. Θυμάμαι, τελευταία ανάμνηση, όλους τους τόνους του ηλιοβασιλέματος να καθρεφτίζονται στο στιλπνό μέταλλο του αριστερού κινητήρα. Δεν ήταν απόγευμα ούτε δύση αλλά ένα διάχυτο πράσινο φως έκανε τα φρούτα από τα δέντρα να ακτινοβολούν. Ήταν ήσυχα. Η τυπική συνειδητοποίηση ότι είναι έτσι επειδή βρίσκομαι μόνος σε ακτίνα κόσμων. Ευχήθηκα: όπως η επιφάνεια του οχήματός μου δανείστηκε παρωδικά το χρώμα των ροδάκινων εξ' αντανακλάσεως, έτσι και η επιδερμίδα του αγαπημένου μου να μπορούσε να εκπέμψει στιγμιαία το άρωμά τους. Τράβηξα με δυσκολία έξω το σάκο, έκλεισα πίσω μου την πόρτα. Πορεύτηκα επί πολλές ώρες ή άλλες μονάδες χρόνου προσπερνώντας τα φιλικά περιβόλια και εισερχόμενος σε ραγισμένα χωράφια με χαμηλή βλάστηση και πλατιές αμοιβαδοειδείς πέτρες. Ο σάκος ήταν βαρύς για να τον κουβαλάς στους ώμους, οπότε στο τελευταίο κομμάτι της διαδρομής κατέληξα να τον σέρνω. Το κράνος μου είχε θολώσει και γεμίσει υδρατμούς αλλά κάποτε έφτασα. Ανοίγοντας το σάκο διαπίστωσα ότι η επιδερμίδα του αγαπημένου μου δε μύριζε καθόλου όπως τα ροδάκινα. Έπρεπε να τον θάψω άμεσα. Έτσι και έκανα.

Οξέα, Βάσεις, Άλατα (A random Q&A), #3


- Γιατί τα παρατάς;
- Βγαίνοντας από το τροχόσπιτο μπήκαμε στο δάσος με τις εικόνες. Κατευθείαν, χωρίς κάποια μεταβατική ζώνη ανάμεσα στα δύο περιβάλλοντα, βρεθήκαμε καταμεσίς αναπαραστάσεων. Εκείνος, ήταν τόσο χαλαρός, με προσκάλεσε να περπατάμε πολύ βαριεστημένα και χαμογελούσε λοξά σα να του άρεσαν τα χρώματα. Και μετά, όταν φτάσαμε να βαδίζουμε περίπου με τον ίδιο ρυθμό ίσως ακόμη και να εναλλάσσουμε τα πόδια μας ακριβώς συγχρονισμένα, ξεκίνησε να τρέχει με όλη του τη δύναμη. Πανικοβλήθηκα κι εκτινάχτηκα κι εγώ μπροστά. Οι εικόνες κυλούσαν στην περιφερειακή μου όραση ως άλλοι ιμάντες μεταφοράς αποσκευών. Κανένας δεν ασχολιόταν με μεγέθη και περιεχόμενα. Επιταχύνοντας κατάλαβα ότι δεν ήθελε να τον κυνηγήσω, ούτε να τον φτάσω. Επεδίωκε να τον προσπεράσω ή να πέσω. Μα δε μπορώ να τον ανταγωνιστώ. Είναι όμορφος, όποτε λυπάται φοράει μια λίμνη, και συν τοις άλλοις μπορεί να προφέρει τη λέξη τίποτα αναπόδα σε τρεις γλώσσες. Και υποτίθεται ότι δεν είχα μάθει να το βάζω κάτω.

Οξέα, Βάσεις, Άλατα (A random Q&A), #2




- Τρως;
- Γεύομαι τις τροφές με τη γλώσσα μου. Κάθε γεύση ενεργοποιεί και μια διαφορετική περιοχή ενδιαφέροντος. Γεύομαι τους ανθρώπους με τα δόντια μου. Πρόκειται για μια απολύτως διαφορετική αίσθηση. Έχει να κάνει με την αντίσταση που φέρνουν στην κατατρόπωση.

Οξέα, Βάσεις, Άλατα (A random Q&A), #1



- Είσαι ακόμα εδώ γύρω;
- Και βέβαια. Από εκείνο το πρωί που ξύπνησα και αισθάνθηκα τη σπονδυλική μου στήλη διαφορετική. Σίγουρα η διάμετρος της είχε αυξηθεί σημαντικά, αλλά μακάρι να ήταν μόνο αυτό. Το πάλαι ποτέ οστικό υλικό της έμοιαζε πλέον να έχει αλλοιωθεί σε κάτι μαλακό και ελαστικό, προσομοιάζοντας σε κάτι που συντίθεται από κάποια χημική ένωση με πολύ χαλαρούς δεσμούς μεταξύ των μορίων της. Μετά ένιωσα την κίνηση. Δεν ήταν ένας άγριος σπασμός ούτε μια απότομη συστροφή αλλά περισσότερο ένα απαλό κυμάτισμα, ένας έρποντας παλμός αυτής της νέας εύπλαστης μάζας η οποία τώρα ελικοειδώς εκτεινόταν στη θέση της ραχοκοκκαλιάς που κάποτε διέσχιζε την πλάτη μου. Συναισθηματικά, εξέφραζε κάτι το ύπουλο, το υποδόριο και το υπομονετικό. Μου πήρε λίγες ώρες να καταλάβω ότι η κυματοειδής ταλάντωση του άξονα που στήριζε το σώμα μου παρέμενε ανεπηρέαστη από τη λειτουργία της αναπνοής, τις κινήσεις ή την ψυχική μου διάθεση. Χρειάστηκε λιγότερο από μια μέρα για να συνειδητοποιήσω ότι ο πρωτόγνωρος σφυγμός θα με συντρόφευε εσαεί. Ήταν οριστικό. Προσπάθησα να το δω θετικά, να το σκεφτώ απλά ως άλλη μια παράμετρο στην εξίσωσή μου, ένα επιπλέον όργανο στη συμφωνία μου, μια ακόμη τονικότητα στην παλέτα μου αλλά δεν έγινε επουδενί εφικτό κάτι τετοιο. Μια άγνωστη μάζα είχε αποφασίσει να με διαπεράσει, κλέβοντας ή εξαϋλώνοντας τα παλιά μου κόκαλα και να με μετατρέψει στο προσωπικό της εκκρεμές στο εξής. Η μόνη ουσιαστική ικανοποίηση που έπαιρνε από μένα ήταν το να με κινεί. Δε μου απομυζούσε τις δυνάμεις, ούτε με έκανε να αφηνιάζω ή να αυτοκαταστρέφομαι με κανένα τρόπο. Η μετριοπάθεια και η απλοϊκότητα των σκοπών αυτής της κινητήριας οντότητας μέσα μου με εξόργιζε. Αδυνατούσα να ανιχνεύσω έστω και μια ρανίδα δράματος, κάποιο ψήγμα εκδίκησης ή έστω ένα απώτερο πλάνο δοξασμένου μεγαλείου μέσω της χρήσης του σώματός μου από τον ξένο. Ο παρασιτικός ταλαντωτής μου ήταν ακριβώς ότι κυριολεκτικά υποδήλωνε ο τίτλος του. Χωρίς περιθώρια για ποίηση ή οραματισμό, είχα στα χέρια μου ή μάλλον στην πλάτη μου, ένα αντίδοτο σε όλες μου τις απελπισμένες απόπειρες να προσεγγίσω τα ιδανικά της βουδιστικής ακινησίας. Χρόνια μετά, διάγω ακόμα το βίο μιας καλοβιδωμένης λάμπας, που πραγματικά φωτοβολεί ρυθμικά από μέσα προς τα έξω και όλοι θεωρούν ότι αυτό υπήρξε αποτέλεσμα προσωπικής επιλογής.  

Hail the Captain and Thy Guard


Δεν ήξερε καν τί σημαίνει ανηχοϊκός θάλαμος. Δε μπήκε ούτε στον κόπο να υποθέσει, από την ετυμολογία. Καμιά φορά το μόνο που απομένει είναι η ποιότητα χρήσης της εργονομίας της γλώσσας. Υπάρχει ασφαλώς και η λυρική σκοπιά του ζητήματος, το να ζωγραφίζεις το χρόνο με λέξεις και λοιπή υδαρή φρασεολογία. Αλλά εδώ μιλάμε για εκτίμηση της μηχανολογικής ομορφιάς της σύνταξης, της κατασκευαστικής πληρότητας της γραμματικής, μιλάμε για τα σκίτσα με τα γρανάζια του ντα Βίντσι και όχι για την κυρία με την ερμίνα. Η παλμική μελωδία στην άρθρωση ενός σκελετού και η αυτοτελής ηδονή που εμφιλοχωρεί σε οποιαδήποτε ακολουθία νοήματος ή αίσθησης. Δυνάμει γεγονότα ακόμα και σε κενό ήχου.

Το να σου αρέσουν τα πάντα με μια φιλοπερίεργη ορμή, έγραφε ένας κάπως αμφισβητούμενος μοναχός την εποχή της παρακμής των ιπποτών στην ηπειρωτική επικράτεια, μπορεί να σε οδηγήσει με νυστερική ακρίβεια στη μανία, κι έπειτα στην ανάγκη ειδικών υποστηριγμάτων για τα βλέφαρα, τα φρύδια και τις γωνίες του στόματος προκειμένου να μην ενσωματωθούν σε ένα ενιαίο μείγμα για μελλοντικά σπασμένα κεραμικά.

Ένας ηπατικά και σεξουαλικά άγαρμπος ποιητής, κάτοικος μιας επίπεδης πόλης- ταψί την αποκαλούσαν- μια φορά με είχε συμβουλέψει μέσω τηλεφώνου να μη χρησιμοποιώ καθόλου επίθετα και στη συνέχεια μια δασκάλα σαξοφώνου να μη φοράω τόσο ροζ εκτός αναλογιών. Το βασικό μου πρόβλημα συχνά παρεξηγείται ως μέλημα: θυμάμαι τα πάντα. Κανένα ηθικό δίδαγμα γύρω από αυτήν την αμετροέπεια μνήμης.

Είσαι ανισοτροπικός. Αυτή είναι η κρίση μου για σένα. Έστω ότι θέλεις να κοιτάξεις κάτι. Είναι αδύνατο να συμβεί εάν δεν αποφασίσεις πρώτα πώς θα το αναπαραστήσεις. Η κεντρική προοπτική συνιστά μια ασφαλή επιλογή από την Αναγέννηση ακόμα. Αλλά δεν αρκεί ως προϋπόθεση. Πρέπει συμπληρωματικά να επιλέγεις οπωσδήποτε ένα ή περισσότερα σημεία φυγής και ένα επίπεδο του ορίζοντα- ανεξαρτήτως του θέματος που μελετάς. Εσύ, αντιθέτως, πελαγοδρομείς ανάμεσα στις φυσιογνωμικές ιδιαιτερότητες του εκάστοτε οπτικού φαινομένου και όταν κουράζεσαι επαναπροσδιορίζεις αλλεπάλληλα το σύστημα αναπαράστασής σου. Έτσι σου διαφεύγουν οι στοχεύσεις και απομένεις με την ανασφάλεια, καθώς αναπόφευκτα, εν τέλει, συμπεριλαμβάνεις και τον εαυτό σου στη διαδικασία. Είσαι τόσο ανισοτροπικός.

Επίσης. Αυτό, όλο το φρικαλέο προηγούμενο και ό, τι τρομακτικό θα επακολουθήσει, δεν είναι κώδικας.


Το δωδεκαλογικό προσκέφαλο της Αδερφής Αγαύης


Όταν έγινα δεκτή στη μονή, μου παραχωρήθηκε κατευθείαν το κελί της και μαζί το καθήκον να το καθαρίσω από τα υπάρχοντα της προσφάτως εκλιπούσης. Στο κομοδίνο εντόπισα ένα ζευγάρι χειρουργικά μαύρα γάντια, μια δαχτυλήθρα και γυμνό καρούλι κλωστής. Κάτω από το μαξιλάρι βρήκα ένα συνταγολόγιο για φαγητά με ρίζες. Στην πίσω πλευρά του σκληρού εξωφύλλου του, έγραφε αυτά με μολύβι.

Όταν κάτι φαίνεται διαφορετικό από αυτό που περίμενες, υπερβολικά μεγάλο λόγου χάρη, ή λάθος χρώμα, καλό είναι να το αγγίζεις για να βεβαιώνεσαι ότι είναι αληθινό.

Μην ανησυχείς όταν δε λαμβάνεις την προσοχή που θα ήθελες από κάποιον και κυρίως μην το γνωστοποιείς, καθότι είναι απόλυτα διασταυρωμένο ότι δεν πρόκειται να τη λάβεις από κανέναν ούτως ή άλλως, επομένως η ευθύνη θα ήταν άδικο να επιρριφθεί σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο.

Η αναμονή του θανάτου είναι η μισή αρχοντιά.

Μη φαντάζεσαι ποτέ όλα τα πράγματα ως ίσα.

Για κάθε φορά που θεωρείς κάτι αξιοπερίεργο καθιέρωσε έναν μικρό φόρο απέναντι στον εαυτό σου.

Μην παραβλέπεις ποτέ τις διαστάσεις του κενού ανάμεσα στις λέξεις και ακόμα περισσότερο ανάμεσα στα γράμματα. Αυτές μετράνε.

Τα φρύδια αποτελούν απολήξεις δύο μυών και επιτελούν μια συγκεκριμένη λειτουργία την οποία χρήσιμο είναι να μην ξεχνάς.

Μην παύεις ποτέ να αναζητάς κήπους όπου ομάδες γατών έχουν εγκατασταθεί προσωρινά χρήζοντάς τους καταφύγια. Αποτελούν τα ιδανικότερα κρησφύγετα από τον κυνισμό.

Η διαφορά κλίμακας επενδύει τα πραγματικά περιβάλλοντα με αίγλη.

Μην αφήσεις να περάσει ούτε μια μέρα χωρίς να κοιτάξεις κάποιο κακτοειδές φυτό για ένα γενναιόδωρο χρονικό διάστημα.

Σε κάποια μήκη και πλάτη ορισμένων κόσμων οι δάσκαλοι σκοτώνουν υποχρεωτικά τους μαθητές τους με αιμοσταγείς μεθόδους. Μείνε σε επαγρύπνηση και αναρωτήσου συχνά για το ρόλο σου, τις συντεταγμένες και τα όπλα σου.

Μη σέβεσαι ποτέ ανθρώπους που αλληγορικά προσομοιάζουν πίνακες περιεχομένων οι οποίοι αναγράφουν τον εαυτό τους χωρίς σελιδαριθμητική παραπομπή ή με παραπομπή στη σελίδα μηδέν. Δεν υπάρχει αρκετός χώρος για όλους μας. 

Sunday best trappings, #4


Δεν έχω αρχίσει να το χάνω
Δεν το είχα ποτέ

Αντώνης Μανουσάκης (Βδέλυγμα)

Το όνομά μου δεν το άκουσα ποτέ κανονικά. Δε θυμάμαι ούτε μια μέρα ως παιδί που να γύρισα στον ήχο του δικού μου ονόματος. Πριν από μένα είχε γεννηθεί ένα κοριτσάκι που πέθανε στα δύο από ερυθρά. Μου έδωσαν το ίδιο όνομα με εκείνη τελευταία στιγμή. Η μάνα μου βέβαια εκ των υστέρων μαράζωνε να το ακούει οπότε με φώναζε αλλιώς. Αυθαίρετα μου κόλλησε ένα τυπικό της εποχής της γυναικείο προσωνύμιο από αυτά τα δυναμικά, που τονίζουν το ωμέγα στη λήγουσά τους. Σιγά σιγά ανεξαιρέτως όλοι ξέχασαν πώς με λέγανε. Ακόμα και όταν συναντώ στο δρόμο γνωστούς από την παλιά μας γειτονιά με αποκαλούν με τον φυτευτό μου τίτλο, τον επικολλημένο διορθωτικά πάνω στα σημαινόμενα του γνήσιου. Η βαρύτητα του σινιάλου προσφώνησης ενός πράγματος ή μιας κατάστασης είναι τόσο επιβλητική, που ακόμα και τα ισχυρότερα αντιισταμινικά φάρμακα μπορούν να αποδειχθούν ανεπαρκή. Επί χρόνια διατυμπάνιζα τη βίαια αλλεργική μου αντίδραση που ελλοχεύει κάθε φορά που κάποιος θα μεταχειριζόταν το αυθεντικό μου όνομα για να με καλέσει. Αποπειράθηκα ακόμα και να βρω υποκατάστατα ιδεολογικά στηρίγματα για αυτήν μου τη στάση. Για μια ορισμένη περίοδο υποστήριζα σθεναρά την πανωνυμία, αλλιώς αρνητική ανωνυμία, σύμβαση κατά την οποία όλα τα ονόματα χαρακτηρίζουν όλα τα πρόσωπα και η διάκριση μεταξύ τους επιτυγχάνεται με άλλα μέσα όπως ο επιτονισμός, η άρθρωση και η απεύθυνση της εκάστοτε χειρονομίας. Όταν κουράστηκα από αυτό το σημειολογικό χάος, συνασπίστηκα με τους "Γορίλες της Κλιτικής", μια ομάδα αναρχικών ακτιβιστών που κλέβουν ονόματα σε πακέτο με τα ιστορικά αποτυπώματα και τα λοιπά κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά τους από την Παγκόσμια Τράπεζα Ονομάτων και τα αναδιαμοιράζουν σε άτυχους ή άπορους "δυσώνυμους" όπως εγώ. Φιλότιμη αλλά ριψοκίνδυνη κίνηση που δεν άργησε να με κάνει να αισθανθώ ανικανοποίητη και ηθικά καχύποπτη. Επομένως προχώρησα σε μια ομοιοπαθητικής προσέγγισης θεραπεία: ενστερνίστηκα θερμά σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής και της επικοινωνίας μου το αρχικό ενοχλητικό για μένα όνομα, κάτι που στους περισσότερους φάνηκε σαν ένα σκέτο καπρίτσιο, μιας που ποτέ τους δεν είχαν λάβει γνώση του οικογενειακού παρασκηνίου και της ψυχολογικής μου τοποθέτησής απέναντι σε αυτό. Δεν λειτούργησε ούτε αυτή η μεθόδευση οφείλω να ομολογήσω. Κουβαλώ έτσι τόσον καιρό εκτός από το καθομιλουμένο μου και ένα νεκρό όνομα, και εξακολουθώ να θλίβομαι κάθε φορά στο δικαστήριο όταν απροειδοποίητα με προσαγορεύουν με το επίσημο, τουτέστιν αυτό της κατ' επίφασιν αλησμόνητης ανήλικης νεκρής.