Ζυγισμένα μαχαίρια, #4


Κατασκευάζω μανιωδώς στρογγυλά αντικείμενα. Χωρίς αιχμές, κοιλότητες, προεξοχές και ασυμμετρίες. Όχι επειδή μου δίνουν κάποια αίσθηση ισορροπίας. Απεναντίας. Όσο πιο τέλεια στρογγυλά τόσο πιο άψογα κατρακυλάνε. 

Ζυγισμένα μαχαίρια, #3


Απόψε είδα ένα αεροπλάνο να πέφτει στη μέση της λίμνης. Δεμένη σαν πέπλο στα φτερά και στην ουρά του έσερνε τη νύχτα. Η κίνησή του ήταν αργή. Ώρες ολόκληρες έγραφε στον γαλάζιο θόλο μια μαύρη καμπύλη. Όταν βυθίστηκε εντελώς απλώθηκε ένα διαυγές σκοτάδι. Πλησίασα την όχθη και κοίταξα στο νερό. Ήταν πηχτό και κίτρινο και αντανακλούσε όλο μου το σώμα εκτός από το πρόσωπο.

Ζυγισμένα μαχαίρια, #2


Δε θυμόταν κανένα από εκείνα τα τοπία. Τα δέντρα, ο ορίζοντας, οι στέγες, τα μέτωπα των ανθρώπων, οι φωνές των αλεπούδων, όλα άγνωστα. Ήταν σαν να τα διέσχιζε για πρώτη φορά. Ωστόσο, καθώς προχωρούσε και το έδαφος άλλαζε σύσταση από δρόμο σε δρόμο το περπάτημά της αντιδρούσε. Στο κοκκινόχωμα τα βήματά της ήταν ανάλαφρα και βιαστικά, στην άμμο γίνονταν αργά και γεμάτα σιγουριά, στα πράσινα χαλίκια σέρνονταν σαν βασανισμένα και στη στάχτη στροβιλίζονταν χορευτικά. Έτσι ήταν καταδικασμένη να μην ξαποσταίνει καθόλου. Όλη τη μέρα και τη νύχτα οδοιπορούσε πάνω σε πρωτόγνωρα για τα μάτια και τα αφτιά της μονοπάτια. Ξυπόλητη γιατί η μνήμη είχε κατέβει στις πατούσες της.

Ζυγισμένα μαχαίρια, #1


Όποτε κάποιος την αγκάλιαζε το δέρμα της γέμιζε ραγάδες. Την επόμενη μέρα οι ραγάδες μετατρέπονταν σε μικρές τομές που οριοθετούσαν την περίμετρο της αγκαλιάς της. Τη μεθεπόμενη μέρα οι χαρακιές άρχιζαν να στάζουν αίμα και το χρώμα τους σκούραινε. Την τρίτη μέρα από τις σχισμές άρχιζαν να προβάλλουν μυτερές ξύλινες κορυφές. Την τέταρτη μέρα οι κορυφές μεγάλωναν και γίνονταν ολόκληρα κλαδιά. Την πέμπτη μέρα τα κλαδιά γέμιζαν φύλλα, μικρά λευκά λουλούδια και άγουρους καρπούς. Την έκτη μέρα από τα χέρια, το στήθος και την πλάτη της εξείχε πλέον μια ώριμη λεμονιά. Ο επόμενος που θα προσπαθούσε να την αγκαλιάσει έπρεπε να πλησιάσει με κλαδευτήρι. 

Καρχαρίας, #4


Το σπίτι του δεν έχει σκεπή ούτε πάτωμα. Έχει μόνο τέσσερις ετοιμόρροπους τοίχους χωρίς παράθυρα ύψους δώδεκα μέτρων. Κάθε φορά ανοίγει την πόρτα για να μπει αφού πρώτα αφήσει τα παπούτσια και το καπέλο του απ'έξω. Έτσι πατάει ξυπόλητος στο χώμα του σπιτιού του και το αφήνει το κεφάλι του να βρέχεται από τη βροχή του σπιτιού του. Στο κέντρο του τετράγωνου χώρου υπάρχει ένα πηγάδι. Το κέντρο του πηγαδιού είναι ο νοητός άξονας του ρολογιού του σπιτιού του, γύρω από τον οποίο περιφέρεται ακούραστα ο ίδιος παριστάνοντας το δείκτη δευτερολέπτων. Κάποιοι γείτονες που έχουν κρυφοκοιτάξει μέσα από τις ρωγμές των τοίχων, διαδίδουν ότι πριν από κάθε βήμα του γύρω από το πηγάδι απλώνει με αγωνία τα χέρια του μπροστά σαν να προσπαθεί να γραπώσει κάτι που τρέχει πάντα πιο γρήγορα από αυτόν, κάτι που δεν συμπίπτει ποτέ με την ωρολογιακή του θέση.

Καρχαρίας, #3


Κάνει συνέχεια ασυνάρτητες κινήσεις με το χέρι του μπροστά στο πρόσωπό του. Κουνάει τους καρπούς αριστερά και δεξιά σε ανύποπτο χρόνο απότομα. Μαστιγώνει τον αέρα. Καμιά φορά χειρονομεί τόσο έντονα που του πέφτει το καπέλο ή ένα από τα δαχτυλίδια του σκαλώνει στο μεγάλο σκουλαρίκι της μύτης του. Όλοι στην πόλη πιστεύουν ότι τον ενοχλεί η ομίχλη. Λίγοι τον έχουν ακούσει να επιμένει ότι κάποτε τον ερωτεύτηκε μια μύγα.