Νιαβέντ'


Όταν γκρεμίζεται κάποιο σπίτι παλιό, ιδίως αν πρόκειται για αρχοντικό, έπαυλη ή μέγαρο, σαν τα κοράκια σπεύδουν οι οργανοποιοί να απομυζήσουν πόρτες, παράθυρα, υπέρθυρα και κατωκάσια. Την ώρα που ξέγνοιαστος γρατζουνάς το μπαγλαμά σου, έχεις ιδέα τί κρότους κατεδάφισης αντηχεί το σκαλιστό καπάκι του, τί θρήνοι ερειπίων έχουν φωλιάσει ανάμεσα στις δεκατέσσερίς του δούγιες;

Béton armé


Φοράμε πλαστικά κίτρινα γάντια, γυαλιστερά κουρέλια για ρούχα και γυαλιά ηλίου κάθε νύχτα. Μαζευόμαστε πίσω από το άγαλμα, στη μεριά του δρόμου με τις ξυλωμένες πλάκες, που την αποκαλούμε η Χαράδρα, γύρω στις έντεκα. Ο αρχηγός, που τον φωνάζουμε το Βρέφος, είναι πάντα πρώτος εκεί, κανείς δεν έχει δει πότε καταφτάνει, μοιάζει να στέκεται από πάντα ήδη εκεί, με τα τεράστια ακουστικά του να παίζουν στη διαπασών Λίγκετι ή Εντγκάρ Βαρέζε και με τα χέρια του σε στάση υπνοβασίας να μας περιμένει. Μετά έρχεται ο προμηθευτής, που όλοι τον λέμε το Σκιάχτρο, κουβαλώντας βαριεστημένα τα Εργαλεία, τις αξίνες, τα σφυριά και τα κομπρεσέρ μέσα σε ένα παιδικό καρότσι με τρεις ρόδες ενώ φταρνίζεται ανά πέντε δευτερόλεπτα και μετά από κάθε φτάρνισμα βλαστημάει άγρια τον Ντοστογιέφσκι. Στη συνέχεια συνήθως έρχονται οι δίδυμοι ξεναγοί, ο Γιατρός και ο Ασθενής, μονοζυγωτικά ταυτόσημοι, που φέρνουν το μεγάλο χάρτη των δράσεων, ή αλλιώς το Πορτραίτο, διπλωμένο με τη μέθοδο οριγκάμι σε μορφή κύκνου, που τον ξεδιπλώνουν αυστηρά με φορά από το ράμφος προς την ουρά ψιθυρίζοντας ταυτόχρονα με κατάνυξη τα ονόματα των τεσσάρων δορυφόρων του Δία. Ύστερα φτάνω εγώ, ο ζητιάνος ακροβάτης, που με αποκαλούν ο Αμφίβολος, χαιρετάω με ένα σφύριγμα, ακουμπάω κάτω την ανθοδέσμη με τις παπαρούνες και κάθομαι οκλαδόν να φάω τα αμύγδαλα που έχω στην τσέπη μου. Τελευταία έρχονται μισοκοιμισμένα τα τρία παιδιά, ή αλλιώς οι Ακρίδες, κουτσαίνοντας και καπνίζοντας ανελέητα, συνεισφέροντας το γάλα, που μεταξύ μας το λέμε Βενζίνη, και τα εννιά κρυστάλλινα ποτήρια, που τα ονομάζουμε Δεξαμενόπλοια. Το Βρέφος, γεμίζει τα οκτώ ποτήρια της ομάδας και ένα για το άγαλμα, κάνουμε μια πρόποση στη γαλήνη του Κομπαγιάσι Ίσσα, πίνουμε λαίμαργα, και ξεκινάμε. Κάθε νύχτα επισκεπτόμαστε και διαφορετική εγκαταλελειμμένη οικοδομή. Ο στόχος μας είναι να την παροπλίσουμε. Με τα Εργαλεία ανοίγουμε τρύπες στα δοκάρια, στα υποστυλώματα και στις πλάκες και τραβάμε τις σιδερένιες ράβδους έξω από το σώμα του οπλισμένου μπετόν. Τα χαράματα πριν φύγουμε τοποθετούμε σε κάθε τρύπα μια παπαρούνα. Στο τέλος σημειώνουμε τη θέση του κτιρίου στο χάρτη με έναν κόκκινο κύκλο. Οι νύχτες περνάνε και το Πορτραίτο της πόλης σημαδεύεται από όλο και περισσότερες πανέμορφες, ανοιχτές, κατακόκκινες ουλές. 

Now your mouth cries wolf


Με μια κίνηση γεμάτη απαξίωση και ανυπομονησία τινάζει στο ξύλινο παρκέ τους υγροποιημένους υδρατμούς μέσα από την τρομπέτα. Ετοιμάζεται να ακουμπήσει ξανά τα χείλη του στο στόμιο. Με τη άκρη του αριστερού του ματιού παρατηρεί ότι δίπλα στα πόδια του έχει μόλις σχηματιστεί μια αμοιβαδοειδής κόκκινη λίμνη. Παίζει κι άλλο. Ξανατινάζει βιαστικά κάτω την τρομπέτα. Κι άλλα κόκκινα νερά. Συνεχίζει μ'έναν φρενήρη αυτοσχεδιασμό. Την τρίτη φορά που τινάζει την τρομπέτα στο πάτωμα, δεν υπολογίζει σωστά τη γωνία βολής. Κόκκινες σταγόνες εξοστρακίζονται προς τη μεριά του κοινού. Πιτσιλάνε το μπεζ φουλάρι της κυρίας στην πρώτη σειρά και το λινό σακάκι του συνοδού της. Τους κοιτάζει συνωμοτικά και του ανταποδίδουν ένα βλέμμα απορημένης φρίκης. Συνεχίζει μ'ένα μακρόσυρτο σόλο που καταλήγει σε ρυθμό βαλς. Πρέπει να τινάξει ξανά την τρομπέτα, ο ήχος της έχει βραχνιάσει ανυπόφορα. Το κάνει επιφυλακτικά γυρνώντας πλάτη στο ακροατήριο. Επιθετικοί ψίθυροι από όλες τις κατευθύνσεις και κάποιοι κρότοι από τακούνια. Κλείνει τα μάτια και συγκεντρώνεται σε ένα θρηνητικό σκοπό. Ολοκληρώνει αυθαίρετα το κομμάτι με εφτά βαθιά φυσήματα και ανάμεσα έξι μεγάλες παύσεις. Ανοίγει τα μάτια. Τα ρούχα του λερωμένα κόκκινα και υγρά. Μπροστά οι καρέκλες άδειες και η αίθουσα υποφωτισμένη. Ψηλά ένας μόνος άσπρος προβολέας. Γύρω του ανάσες και ζέστη. Λύκοι πάνω στη σκηνή. Μερικοί που αλυχτάνε και άλλοι που γλείφουν από κάτω τα κόκκινα νερά.

Bestiario (a reconsideration)


Έκανα δρόμο για να φτάσω μπροστά σ'αυτή τη σκάλα. Μαρμάρινη μνημειακή σκάλα με σκαλιστή κουπαστή και καμπύλα πλατύσκαλα. Κοντοστάθηκα για λίγο κάτω από την πύλη με τις μπαρόκ παραστάδες και το γιγάντιο υπέρθυρο. Πέρασα μέσα. Διέσχισα έναν σκοτεινό προθάλαμο με αγάλματα μυθικών θηρίων κατά μήκος του. Πιο πέρα, τα βήματα μου αντήχησαν στην ημικυκλική αίθουσα χορού. Παραδίπλα, στο δωμάτιο των ακροάσεων κάθισα στον ξυλόγλυπτο θρόνο με τα τέσσερα πόδια σαν οπλές λιονταριού. Απέναντι, στροβιλίστηκα μέχρι να χάσω την ισορροπία μου στο μυστηριώδη τριγωνικό χώρο με τους καθρέφτες. Ανοίγοντας μια μικρή πόρτα, δοκίμασα την ηχώ της φωνής μου στο θεωρείο ενός μικρού θεάτρου με κρεμασμένες κόκκινες και χρυσές γιρλάντες από το ταβάνι και μαραμένα λευκά τριαντάφυλλα σκόρπια πάνω στη σκηνή. Ανέβηκα κι άλλη σκάλα. Πέτρινη οφιοειδή σκάλα με κρυπτικά επιγράμματα χαραγμένα στα απότομα σκαλοπάτια. Γύρισα το κλειδί από εφτά λευκές πόρτες και ξάπλωσα κάτω από εφτά κρεβάτια "με ουρανό". Χάιδεψα τους γυαλιστερούς μαύρους τοίχους σε εφτά μπάνια και ήπια νερό από εφτά βρύσες σαν στόματα ψαριών. Ώσπου,  παίζοντας κουτσό στα πράσινα και άσπρα πλακάκια, παρατήρησα ένα τούβλο που εξείχε στο διάδρομο. Το έβγαλα, έκλεισα το αριστερό μου μάτι και με το δεξί κοίταξα μέσα. Ανοιχτές ντουλάπες, κρεμάστρες στο πάτωμα, άδεια κουτιά και κεφάλια από κούκλες χωρίς περούκες. Επιτέλους είχα φτάσει. Ξεφόρτωσα τα σύνεργα μου και άρχισα να γκρεμίζω τον τοίχο. Μόλις βρέθηκα μέσα ξεντύθηκα και έκαψα όλα τα ρούχα μου. Μετά ανασυναρμολόγησα το χαλασμένο κομμάτι του τοίχου. Άφησα και πάλι ένα τούβλο να εξέχει. Ξεδίπλωσα τα χαρτιά και έξυσα το μολύβι μου.

Το κλουβί


Δουλεύω ακροβάτης στο τσίρκο. Εκτελώ το νούμερο με τα σκοινιά, τους κρίκους και τα μαχαίρια, κάθε βράδυ εκτός Δευτέρας και Τετάρτης. Δεκατέσσερα χρόνια τώρα, παρουσιάζω το τελευταίο θέαμα της παράστασης. Πριν βγω στη σκηνή, κλείνομαι πάντοτε για δύο ώρες στο κλουβί του πάγου. Είναι ένας μεγάλος καταψύκτης όπου μόλις που χωράω αν κουλουριαστώ. Με αυτόν τον τρόπο το σώμα μου συρρικνώνεται κι έτσι καταφέρνω πιο εύκολα να περνώ μέσα από τους κρίκους, γίνομαι πιο άκαμπτος ώστε τα άλματα μου να είναι σταθερά και τα κρατήματά μου ζυγισμένα, ενώ σε περίπτωση που κάποιο μαχαίρι προσγειωθεί με τη λάμα του στην παλάμη μου, το αίμα καθυστερεί σημαντικά να κυλίσει. Κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού μου στο κλουβί του πάγου δε σκέφτομαι τίποτα. Οι επιπτώσεις του παγωμένου σκοταδιού στον εγκέφαλό μου παρατείνονται σε όλη τη διάρκεια της αιώρησής μου μπροστά στους προβολείς και στα πρόσωπα καθώς και αφού προσγειωθώ και κάνω την υπόκλιση. Καμία αδρεναλίνη όσο βρίσκομαι ψηλά. Μόνο παύση κάθε συλλογισμού και μούδιασμα στους κροτάφους. Γι'αυτό οι μέρες μου είναι γεμάτες χωροχρονικά κενά, χάσματα μνήμης και μια βασανιστική αίσθηση σαν κάποια στιγμή πρόσφατα να έπαιξα παντομίμα χωρίς και ο ίδιος να ήξερα τί παριστάνω. Για όλα φταίει το κλουβί του πάγου. Ο ξυλοπόδαρος κλόουν και ο γητευτής των φιδιών με παροτρύνουν να δοκιμάσω το νούμερο χωρίς την προεργασία στο παγωμένο κλουβί. Με συμβουλεύουν επίσης να ζητήσω περισσότερα χρήματα από τον διευθυντή και να χρησιμοποιώ τα τρία μόνο μαχαίρια. Ακόμα και ο αριθμομνήμονας γάτος με κοίταξε με απαξίωση όταν η άκρη της ουράς του ακούμπησε το πόδι μου σε μια ομαδική υπόκλιση. Κουνάω συγκαταβατικά το κεφάλι. Φυσικά και τους καταλαβαίνω. Δε γνωρίζουν για την τρύπα, δεν την υποψιάζονται καν. Απέχει λίγα μόνο εκατοστά από τον κεντρικό στύλο της κυκλικής τέντας. Την παρατήρησα την πρώτη νύχτα που κρεμάστηκα από τα σκοινιά, μετά το κλουβί με τον πάγο. Πάνω από τα φώτα, τη ζέστη, τον κίτρινο καπνό και τις φωνές υπήρχε μια μικρή ασυνέχεια που από μέσα της έβγαινε σκοτάδι, κρύο και σιωπή. Δεκατέσσερα χρόνια την πλησιάζω και τις απομακρύνομαι στο άλμα με τα μαχαίρια και το στεφάνι.  Κλείνομαι στο κλουβί πρόθυμα πριν την ακροβασία μου. Έτσι το παγωμένο σώμα μου μπορεί να αναγνωρίζει κατευθείαν την κρύα τρύπα της τέντας. Κάθε χρόνο η διάμετρός της μεγαλώνει και το σώμα μου συρρικνώνεται όλο και περισσότερο. 

Λάφυρα


Νύχτα και κοιτώ μια γάτα από μακριά. Στέκεται στο πρώτο σκαλοπάτι και έχει το κεφάλι της στραμμένο προς τα αστέρια. Πλησιάζω τη γάτα. Αυτή δεν κατεβάζει το βλέμμα από τον ουρανό. Φτάνω κοντά της. Μια καρφίτσα είναι μπηγμένη στο αριστερό της μάτι και μια μύγα κοιμάται στο δεξί.

το ιξώδες


These are private words addressed to you in public
T.S. ELIOT, "A dedication to my wife"

Μοιραία ή κατά τύχη κάποτε παραβρέθηκα στην κηδεία μιας ηλικιωμένης μελισσοκόμου. Μερικοί φίλοι της μετά, με κάλεσαν να πιούμε μαύρο καφέ με κάρδαμο και μέλι. Δέχτηκα, παρ'ότι μελαγχολική. Άρχισαν να συζητάνε για τις ευεργετικές ιδιότητες του μελισσόχορτου, για την ορειβασία στο Αραράτ και για κάτι μάσκες από θιβετιανό κερί που αναπλάθονταν πάνω στο πρόσωπο του ηθοποιού κατά τη διάρκεια της παράστασης. Ήθελα να τους ρωτήσω τί θ'απογίνονταν τόσες μέλισσες χωρίς μελισσοκόμο, ποιός θα τις αναλάμβανε, αν θα αφήνονταν ελεύθερες, αν θα κινδύνευε η επιβίωσή τους. Παρατήρησα τα λαχανί πουλόβερ των πενθούντων και τα ανέφελα μέτωπά τους, παρακολούθησα το μέλι να διαλύεται αιθέρια μέσα στο σκοτεινό υγρό καθώς το ανάδευα με το κουταλάκι μου, αφουγκράστηκα έναν περιπλανώμενο τσιγγάνο που μιμούνταν τη τραχιά φωνή του τζιτζικιού. Ύστερα σκέφτηκα ότι αυτό ίσως να μην ήταν κηδεία, παρά μια αφορμή να ακουμπήσουμε τα φλιτζάνια μας πλάι στο άδειο φλιτζάνι μιας νεκρής μελισσοκόμου που φορούσε πορτοκαλί νυχτικό και ένα παιγνιώδες κοριτσίστικο μειδίαμα μέσα στο φέρετρό της. Τελικά δε ρώτησα τίποτα αλλά από τότε έμαθα να πίνω τον καφέ μου με κάρδαμο και μέλι.

Πότσνταμ


Σ'εκείνη την πόλη περπάτησα μέρες και μέρες. Περιπλανώμενη κηπουρός τότε, δε μ'ένοιαζαν οι ανέσεις κι αν κάπου κάτι μου άρεζε έμενα για περισσότερο καιρό, ακόμα κι όταν η δουλειά ήτανε λίγη. Οι δρόμοι ήταν ήσυχοι και τακτοποιημένοι αλλά στενοί. Οι φανοστάτες χαμηλοί και τα παγκάκια μικρά. Οι πλάκες του πεζοδρομίου έμοιαζαν με παζλ ενώ τα γράμματα στις πινακίδες μου φαίνονταν  μεγάλα και πολύ στρογγυλά. Σ'εκείνη την πόλη περπάτησα μέρες και μέρες. Τα ισόγεια μαγαζιά ήταν τ'αγαπημένα μου. Μερικά πουλούσαν ζαχαρωτά και καραμελωμένα φρούτα, σοκολατούχα γάλατα και κάτι τεράστια μπισκότα σε σχήματα ζώων. Τα περισσότερα πουλούσαν παιχνίδια. Ήτανε και πολλά που ειδικεύονταν σε ένα είδος μόνο, όπως στους στρατούς από ξύλινους πολεμιστές, ή αποκλειστικά στα κουκλόσπιτα ή ιδιαιτέρως στα χρωματιστά μικρά τουβλάκια. Σ΄εκείνη την πόλη περπάτησα μέρες και μέρες. Συχνά στις γωνίες, στις πλατείες και στα σταυροδρόμια έβρισκα σκηνικά από κουκλοθέατρο και γύρω τους κοντές πλαστικές καρέκλες. Παρατηρούσα αφίσες στους τοίχους για διηγήσεις παραμυθιών, για παραστάσεις τσίρκου, για παρελάσεις από κλόουν, για πάρτυ με ζογκλέρ και για μάγους με αστεία ονόματα. Τα απογεύματα ο αέρας μύριζε βούτυρο και βανίλια. Πολλές φορές άκουγα από ανοιχτά παράθυρα λεπτές φωνές να τραγουδούν και παλαμάκια. Στις σόλες των παπουτσιών μου έβρισκα κολλημένα κομφετί.
Σ'εκείνη την πόλη περπάτησα μέρες και μέρες. Συνάντησα κι ανθρώπους. Όλοι τους -τ'ορκίζομαι- ήτανε γέροντες και γριές. 

Home sweet home


Ορθογώνιου σχήματος δωμάτιο. Διαστάσεις δέκα επί δεκατέσσερα μέτρα. Λευκοί περιμετρικοί τοίχοι. Κανένας διαχωριστικός τοίχος. Τραχύ δάπεδο από μαύρο ακατέργαστο τσιμέντο με ασύμμετρα σκαμμένες πέντε ημικυκλικές κοιλότητες βάθους ενός μέτρου. Μικρό κενό στο σημείο που το ταβάνι ενώνεται με τους τοίχους και με το πάτωμα, όπου τοποθετείται σωλήνας νέον που διαχέει λευκό φως. Στο κέντρο του χώρου ορθογώνια δεξαμενή νερού. Διαστάσεις τρία επί οκτώ μέτρα. Βάθος επτά μέτρα. Ένας κύκνος. Μία καταπακτή στο ταβάνι. Κανένα παράθυρο.

Κονσέρτο



Κύριες, κύριοι καλησπέρα.
Ο αξιότιμος Κύριος Κ. είχε αποφασίσει, εδώ και πέντε χρόνια, να δωρίσει το σώμα του στο τμήμα μουσικής επιστήμης και τέχνης του τοπικού μας πανεπιστημίου. Πριν πεθάνει άφησε σαφείς εντολές η σορός του να παραδοθεί στο πανεπιστήμιο, όπου ο σκελετός αφαιρέθηκε από το σώμα του. Τα οστά φυλάχθηκαν χωριστά αφού πρώτα αδειάστηκαν από τον μυελό. Στη συνέχεια λειάνθηκαν κατάλληλα ώστε να αποτελέσουν τα βασικά όργανα για μια δεκατριαμελή ορχήστρα. Στα οκτώ οστά που συνέθεταν τα χέρια και τα πόδια του προσαρτήθηκαν στόμια τρομπέτας από το ένα άκρο, και θα λειτουργήσουν ως πνευστά. Οι πέντε εναπομείναντες τομείς οστικής μάζας -ο θώρακας, το ισχίο, τα οστά του ώμου, τα οστά της πλάτης και το κρανίο- πρόκειται να χρησιμοποιηθούν σαν κρουστά όργανα. Η διδασκαλία των μουσικών βασίστηκε σε μεθόδους που περιγράφονται αναλυτικά στα γραπτά του αναφορικά με τον αυτοσχεδιασμό στη μουσική πράξη. Κατά τη διάρκεια της συναυλίας- απόψε, 12 Δεκεμβρίου, την γενέθλια ημέρα του- τα εσωτερικά του όργανα, συντηρημένα σε φορμόλη, σύμφωνα πάντα με  επιθυμία του ίδιου, έχουν τοποθετηθεί στο δοχείο που ήδη βρίσκεται πάνω στο πόντιουμ. Καλούμε τους μουσικούς να λάβουν τις θέσεις τους στη σκηνή. 
Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας. 
Ακούστε το τραγούδι του.

Σύνδρομο Marfan

Σήμερα ξεφυλλίζοντας την ιατρική εγκυκλοπαίδεια συνειδητοποίησα ότι οι επιθυμίες μου πάσχουν από αραχνοδακτυλία. Αισθητικά, φαντάζουν κομψές και υψίκορμες. Είναι ωστόσο παράλογα επιμήκεις στη διάρκειά τους, ενώ έχουν δυσανάλογα λεπτό σώμα στην έντασή τους. Επιπλέον, παρατήρησα ότι όσο προχωρώ προς την άκρη των επιθυμιών μου, προς την πλήρωση ή την ανακούφισή τους, τόσο πιο έντονη μακρότητα και στένωση παρουσιάζουν . Γι’ αυτό, η ανωμαλία γίνεται μέγιστη ακριβώς τη στιγμή της υποτιθέμενης ικανοποίησης: τα δάχτυλα της επιθυμίας μισολυγίζουν και ακουμπούν στην επιφάνεια του εκάστοτε αντικειμένου της ελαφριά και μόνο με την άκρη τους. Τότε ολόκληρη η επιθυμία μοιάζει με αράχνη που ακροπατάει πάνω στο ανικανοποίητο αφελώς συγχέοντας το θήραμα με το δίχτυ.

Lilium Longiflorum


Η κυκλική τέντα έχει ένα μικρό χαμηλό άνοιγμα για είσοδο. Ξαπλώνω μπρούμυτα και σέρνομαι. Με δυσκολία περνάω μέσα. Συνεχίζω να έρπω πάνω στο πατημένο χώμα και κρύβομαι κάτω από τα τελευταία καθίσματα. Κανένα κεφάλι δεν εξέχει πάνω από την πλάτη καμίας καρέκλας. Νιώθω ένα χνουδωτό άγγιγμα στα πόδια μου, τρομοκρατούμαι, κοιτάζω πίσω μου. Μια λευκή ουρά. Ανασηκώνομαι στους αγκώνες ρίχνοντας ένα διακριτικό βλέμμα τριγύρω. Συνειδητοποιώ ότι το κοινό αποτελείται από γάτες. Η ώρα είναι περασμένη και η παράσταση έχει αρχίσει. Η τετράγωνη σκηνή φωτίζεται από πυρσούς. Διαδραματίζεται άφωνη συνομιλία δύο κλόουν καθισμένων σ'έναν κόκκινο καναπέ. Χειρονομούν και μορφάζουν απολύτως σοβαρά. Η υποκριτική τους δεινότητα έρχεται σε αντίφαση με τη γελοία περιβολή τους. Το νούμερο τελειώνει, η αυλαία κλείνει. Το κοινό παραμένει παροιμιωδώς ανέκφραστο. Τα επόμενα νούμερα κυμαίνονται στην ίδια αισθητική με το πρώτο με ενδιάμεσες παύσεις. Δύο κλόουν συντρώγουν. Δύο κλόουν κοιμούνται αγκαλιασμένοι. Δύο κλόουν διαβάζουν από το ίδιο βιβλίο. Δύο κλόουν περιεργάζονται με τηλεσκόπιο τον ουρανό. Συνθήκες πλήρους σιγής. Κανένας θεατής δε δείχνει να αντιδρά στα ερεθίσματα που δέχεται από το θέαμα. Τελευταίο νούμερο. Ένας κλόουν ξαπλωμένος σε φέρετρο. Ένας άλλος θρηνεί στολίζοντας με λευκά κρίνα τον τάφο του πρώτου. Ανάμεσα στα καθίσματα απλώνεται ανησυχία. Νευρικές ουρές, πνιχτά νιαουρίσματα και υπερκινητικότητα. Μία μία αρχίζουν να σηκώνονται και να πλησιάζουν τη σκηνή στο κέντρο. Έχουν σηκωθεί όλες σχηματίζοντας ένα τείχος γύρω από τους δύο κλόουν. Προχωρώ πιο κοντά για να βλέπω. Οι γάτες έχουν ορμήξει στο φέρετρο και τρώνε με λύσσα τα κρίνα. Καταβροχθίζουν τα λουλούδια σαν μικρές ύαινες. Οι κλόουν δεν πασχίζουν να δραπετεύσουν. Τα ρούχα τους ακουμπούν στους πυρσούς και αρπάζουν φωτιά.

Φυγάδευσα τον εαυτό μου από το ίδιο μικρό χαμηλό άνοιγμα της κυκλικής τέντας. Εκείνη τη νύχτα έμαθα ότι οι κλόουν σιωπούν όταν καίγονται ζωντανοί και το επόμενο πρωί, ότι τα κρίνα είναι δηλητηριώδη για τις γάτες. 

Fingeresque, fragment #2


Περπατάω πάνω σε μια  κινέζικη γραφομηχανή.  Κάθε μέρα που περνάει κάνω ένα βήμα μπροστά, πίσω ή διαγωνίως. Ποτέ δε βρέθηκα πάνω στο ίδιο πλήκτρο δύο φορές. Άραγε όταν τα πόδια μου ακινητήσουν εξαντλημένα, θα υπάρχει κανείς να τραβήξει το χαρτί από τον κύλινδρο και να διαβάσει μια ιστορία από τυχαία ιδεογράμματα; 

Fingeresque, fragment #1




Αγόρασα τους σπόρους από έναν πλανόδιο βοτανοπώλη. Φάνηκα υπερβολικά εύπιστη, απερίσκεπτη ίσως, αφού τους αντάλλαξα με τον τελευταίο μου βολβό λευκής τουλίπας χωρίς δεύτερη σκέψη. Έφταιγε το βελούδινο καπέλο του, τα πράσινα ρυτιδιασμένα του βλέφαρα, ή ακόμη ο τρόπος που είχε επιλέξει να προσελκύσει τους υποψήφιους πελάτες του, χτυπώντας μια πήλινη στάμνα. Αλλά μπορεί και να βρέθηκα εκεί συνεπαρμένη μόνο από το πολυσύλλαβο επάγγελμά του.  Άλλωστε, εκείνον τον καιρό, συνήθιζα να κάνω τις σημαντικότερες σκέψεις της ημέρας μου βάφοντας το φράχτη ή πλένοντας τις τσαγιέρες. Σπανιότερα, ξήλωνα τα πλεχτά δάχτυλα από κάποιο γάντι και τα έραβα σε ένα άλλο. Ήμουν ευάλωτη από κάθε άποψη απέναντι σε εκείνους τους σπόρους και τους απόκτησα. Εφτά μικροσκοπικές σφαίρες που άφηναν το φως να διαπερνά την τέλεια γεωμετρία τους χωρίς καθόλου να μοιάζουν προορισμένες για να θαφτούν στο κοκκινόχωμα. Πέρασα τέσσερις μέρες κάτω από το τραπέζι του κήπου. Παρατηρούσα τους σπόρους, και προσπαθούσα να αντιληφθώ το χρώμα τους. Μου θύμιζαν συρρικνωμένους πλανήτες και έτσι τους αντιμετώπιζα διασκεδάζοντας με την παρακμή τους. Ελάχιστοι πλανήτες είναι γνωστοί για το χρώμα τους. Λίγο πριν πέσει ο ήλιος την τέταρτη μέρα, μέσα την παλάμη μου εξακολουθούσαν να υπάρχουν εφτά άχρωμοι πλανήτες, έτοιμοι για τον αιώνιο ύπνο στο σύμπαν του υπεδάφους. Το σκηνικό ήταν θλιβερό, η εξουσία μου πάνω τους τρομακτική και το σκοτάδι πολλαπλασιαζόταν. Αποφάσισα να σφυρίζω ένα τραγούδι μέχρι να νυχτώσει, συνήθεια πάλαι ποτέ ευεργετική. Νύχτωσε. Έσκαψα μια τρύπα, μάζεψα στην ποδιά μου τα σαλιγκάρια που ξεχύθηκαν έξω, κι άνοιξα τη χούφτα μου από πάνω της, αφήνοντας τις σφαίρες να κατρακυλήσουν μέσα στη θερμή υγρασία της φωλιάς τους. Βαθιά φθονούσα αυτή τη θαλπωρή αυτή που τους είχε επιφυλάξει η τύχη τους.

Εβδομάδα πρώτη: Το χώμα σχηματίζει ρωγμές γύρω από το σημείο ταφής των σπόρων, τριάντα πέντε μικρές προεξοχές στο χρώμα της ώχρας προβάλλουν από το έδαφος, έχουν ημισφαιρικό σχήμα, πλάτος όσο ο κορμός της τριανταφυλλιάς, χρειάζονται πότισμα καθημερινό στις έξι το απόγευμα, αναρωτιέμαι αν πρέπει να ξεριζώσω τις μαργαρίτες που φυτρώνουν παρασιτικά γύρω τους και αν τα σαλιγκάρια μπορούν να τους κάνουν κακό.

Εβδομάδα δεύτερη: Οι τριάντα πέντε μίσχοι μεγαλώνουν θεαματικά, μου φτάνουν μέχρι το γόνατο κι έχουν πάχος όσο ο κορμός της λεμονιάς, έχουν μαλακό φλοιό, τα κολιμπρί και τα σπουργίτια κάθονται άφοβα στο ψηλότερο σημείο τους, που μια διάφανη και σκληρή μεμβράνη το καλύπτει, παρά το πότισμα δύο φορές τη μέρα δεν έχουν βγάλει φύλλα και απορώ γιατί.

Εβδομάδα τρίτη: Έχουν φυτρώσει εφτά μαλακές κοίλες βάσεις γεμάτες χαραγματιές που ενώνουν τους τριάντα πέντε κορμούς σε ομάδες των πέντε,οι κορμοί παίρνουν κλίσεις και τσακίζουν σε αρθρώσεις, πλέον είναι ψηλοί όσο ο ώμος μου, ούτε ίχνος από λουλούδια ή φύλλα, παρ'όλα αυτά μερικές ακρίδες έχουν φωλιάσει ανάμεσά τους και τα κοράκια κάθονται στις λείες γυαλιστερές κορυφές τους για να αγναντέψουν, σκέφτομαι να σταματήσω το πότισμα γιατί το νερό που απομένει δεν μου φτάνει πια ούτε για το τσάι.

Εβδομάδα τέταρτη: Οι βάσεις των φυτών ξεκολλάνε όλο και περισσότερο από το χώμα, οι τεράστιοι μίσχοι καμπυλώνουν και πατούν στο έδαφος, αρχίζουν να μετακινούνται ελαφρά, δεν τα πλησιάζω πολύ, ανησυχώ γιατί δεν είναι όμορφα και αρχίζω να μην τα εμπιστεύομαι, κάποιες νύχτες δεν κοιμάμαι καθόλου, ακούω ήχους στα χόρτα που δε μοιάζουν να είναι από τους σκίουρους.

Εβδομάδα πέμπτη: Αναδύονται από το χώμα, έχουν γίνει ανεξέλεγκτα, με τα πέντε τους πόδια τρέχουν, σκαρφαλώνουν, επιτίθενται το ένα στο άλλο, εισβάλλουν μέσα στο σπίτι, είναι εφτά και είμαι μόνη μου, είμαι ανίκανη να τα συγκρατήσω, με απωθούν και με πετάνε κάτω με δύναμη όταν τα πλησιάζω, μπορεί από ένα τέτοιο χτύπημα να μούδιασαν οι παλάμες μου, μπορεί και όχι, μένω τις περισσότερες ώρες κλειδωμένη στο δωμάτιό μου, αργά τη νύχτα που ξαπλώνουν στον κήπο βγαίνω για προμήθειες, απελπίζομαι μετά αλλά τουλάχιστον έτσι δεν κινδυνεύω.

Εβδομάδα έκτη: Πλέον συνεννοούνται και φυλάνε βάρδιες έξω από την πόρτα του δωματίου, μου αφήνουν ψωμί και νερό μία φορά τη μέρα, από την κλειδαρότρυπα τα είδα να χαϊδεύονται χυδαία μεταξύ τους, να περπατάνε στο ταβάνι και στους τοίχους, τα είδα ακόμη να κάθονται στις καρέκλες, να ανάβουν τη λάμπα και να τραβάνε το βράδυ τις κουρτίνες, ενώ ο πόνος κάνει τις παλάμες μου να μουδιάζουν, με δυσκολία μπορώ να τις κατευθύνω, και έχω μια αίσθηση παράξενη, σαν αναγούλα που ξεκινάει από τα δάχτυλα.

Εβδομάδα έβδομη:  Περνώ την ημέρα στην αποθήκη, ανάμεσα στα κομμένα ξύλα για το τζάκι. Συνήθισα την παράλυση στις παλάμες, κι εξάλλου δε μου χρειάζονται πια σε τίποτα. Τη νύχτα, έρχονται δύο, με σηκώνουν και με μεταφέρουν στον κήπο, όπου με στερεώνουν θάβοντάς με μέχρι τα γόνατα. Και ενώ αυτά αναπαύονται κάτω από το φεγγαρόφωτο, ακκίζονται μεταξύ τους, τεντώνουν φιλάρεσκα τις αρθρώσεις τους και ξύνουν τα νύχια τους στο φράχτη, εγώ στέκομαι όρθια με ανοιχτά τα χέρια για να διώχνω τα πουλιά. 

Πώς άλλαξα πρόσωπο (Which side are you on?)


Όλα ξεκίνησαν εκείνο το απόγευμα όταν ένιωσα μια ενόχληση στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Ψηλαφίζοντας το κρανίο μου από πάνω προς τα κάτω ανακάλυψα δύο κλειστά βλέφαρα, μια ατροφική μύτη και ένα σφιγμένο στόμα. Τοποθέτησα προσεκτικά μία μία τις τούφες πάλι στη θέση τους και βυθίστηκα σε περισυλλογή. Περνώντας οι μέρες, αισθανόμουν συχνά ένα ελαφρύ πετάρισμα ανάμεσα στις μπούκλες μου και δε δυσκολεύτηκα να καταλάβω ότι τα πίσω ματόκλαδα είχαν αρχίσει να ανοιγοκλείνουν. Σύντομα μια ρυθμική κίνηση ανέμου απαλού ανακάτευε τις κόκκινες τρίχες μου αναγκάζοντάς με να αντιληφθώ ότι η πίσω μύτη πλέον ανέπνεε. Τα χειρότερα ήρθαν όταν άρχισα να ακούω μουρμουρίσματα και ψιθύρους. Κάποτε κουράστηκα να κοιτάζω διαρκώς αν βρίσκεται κάποιος πίσω μου. Με την ξυριστική μηχανή αφαίρεσα όλα τα μαλλιά από το ύψος των αυτιών μου και κάτω. Έκλεισα τα μάτια μου, κράτησα την ανάσα μου, δάγκωσα τα χείλη μου και, με μια αποφασιστική κίνηση, έριξα τις εναπομείνουσες τρίχες μπροστά, πάνω στο πρώην πρόσωπό μου.

Πώς άγγιξα τον πατέρα μου (Ο συναγερμός)


Τρώγαμε ανέμελοι πουρέ από αρακά. Όχι ακριβώς ανέμελοι, μάλλον με μια ανεπαίσθητη βιασύνη. Η λάμπα φθορίου στην κουζίνα μπορεί να γίνει ιδιαίτερα καταπιεστική και τουλάχιστον σε αυτό συμφωνούμε, πάντοτε συμφωνούσαμε. Κανείς μας ωστόσο δεν την αντικατέστησε ποτέ και ούτε θα το κάνει. Παρατηρούσα μια σταγόνα ιδρώτα να γυαλίζει στο λαιμό του. Παρατηρούσε ένα κίτρινο ίχνος από μαρκαδόρο στον καρπό μου. Νύχτωνε και το υπόλοιπο σπίτι βούλιαζε στο σκοτάδι. Δεν έδειχνε να τον απασχολεί. Η λάμπα φθορίου σημάδευε τα κόκκινα και άσπρα τετράγωνα στο τραπεζομάντηλο. Καθάριζε με το κουτάλι τα υπολείμματα του πουρέ. Έσπρωξα προς το μέρος του το πιάτο μου και σμίγοντας τα φρύδια αποτελείωσε και τον δικό μου. Άφησε το κουτάλι μέσα στο πιάτο. Το φως της λάμπας έμοιαζε να έχει εξασθενίσει. Στρέψαμε τα κεφάλια προς τα πάνω και προσηλωθήκαμε σ'αυτήν. Η λάμπα αναβόσβησε μερικές φορές παράγοντας κρότους. Ένας επαναλαμβανόμενος μηχανικός ήχος άρχισε να ακούγεται από την είσοδο. Ο ήχος κλιμακωνόταν, τόσο που τον ανάγκασε να σηκώσει ενοχλημένος το βλέμμα προς το μέρος μου. Τον κοίταξα, ως συνήθως, με απάθεια. Η έκφρασή του σκλήρυνε, οι κόρες των ματιών διαστάλθηκαν και το στόμα τεντώθηκε προς τα κάτω. Πετάχτηκε από την καρέκλα του, αυτή αναποδογύρισε, έτρεξε στην πόρτα, έβαλε το σύρτη, έκλεισε τις κουρτίνες, ασφάλισε όλα τα δωμάτια και κατέβασε το γενικό. Η λάμπα έσβησε. Για λίγο στάθηκε πελαγωμένος στη μέση του χωλ ασθμαίνοντας σαν να προσπαθούσε να αφουγκραστεί. Αφουγκράστηκε. Οι ώμοι του υποχώρησαν μερικά εκατοστά. Με το ένα χέρι ψηλαφίζοντας τον τοίχο και με το άλλο πιέζοντας τον κρόταφό του με πλησίασε. Ο ήχος ερχόταν από την είσοδο τώρα εκκωφαντικός. Έβαλα τα δάχτυλα στα αφτιά μου, αυτός μου τα τράβηξε απότομα, ένιωσα τα δόντια του να ακουμπάνε για μια στιγμή στο μάγουλό μου και να εισπνέει βαθιά. "Οι ελέφαντες!", ούρλιαξε. Το ιλιγγιώδες βουητό σίγησε απότομα. Η τελευταία συλλαβή της κραυγής του έμεινε μετέωρη να αντηχεί πάνω στις κλειστές πόρτες των δωματίων. Δάγκωσε τα χείλια του. Μακρόσυρτες ανάσες, κραδασμοί στο έδαφος και υπόκωφα σφυρίγματα. Μου έπιασε σφιχτά το χέρι. Μπήκαμε κάτω από το τραπέζι. Καθίσαμε στο πάτωμα, περιμένοντας την επέλαση. Το τραπεζομάντηλο κρεμόταν γύρω μας. Αναπνέαμε, περιμέναμε, και ακριβώς τότε, εγώ περιεργαζόμουν για πρώτη φορά την παλάμη του.

Πώς βρέθηκα εδώ


Αποφάσισα να επιχειρήσω αυτό το ταξίδι χωρίς να έχω το χάρτη. Το έβλεπα σαν μια σύντομη διαφυγή από την καθημερινότητα και, ομολογουμένως, είχα αρκετή αυτοπεποίθηση πιστεύοντας ότι θα τα έβγαζα πέρα ακόμα και χωρίς το χάρτη. Γι'αυτό και δε μπήκα στη διαδικασία να τον αναζητήσω, να τον κλέψω, έστω να τον επινοήσω. Ούτε καν μου πέρασε απ'το μυαλό πόσο εύκολο είναι να χαθείς μέσα σ'ένα πιάνο. 

Πώς έγραψα το αριστούργημά μου


Σήκωσα το βλέμμα από το βιβλίο στο παράθυρο και, αντικρίζοντας το φως του πρωινού, η πένα μου γλίστρησε από το χέρι, καρφώθηκε στο χαρτί, ισορρόπησε για μια στιγμή κι έπειτα έπεσε στο πλάι σχηματίζοντας μια ανεπαίσθητα λεπτή γραμμή στη λευκή ως τότε σελίδα.

Πώς απόκτησα εκείνο το σημάδι στις ωμοπλάτες και το συμμετρικό του στους αστραγάλους



Στεκόμουν για ώρες με την πλάτη ακουμπισμένη στην πλάτη του κοντραμπάσου. Στο τέλος υποχώρησα. Ξάπλωσα μπρούμυτα και το άφησα να κοιμηθεί πάνω μου. 

Πώς τυφλώθηκα


Κάποιο απόγευμα με συννεφιασμένο ουρανό και άπλετο ελεύθερο χρόνο, αντιλήφθηκα  ότι οι αμφιβληστροειδείς μου ήταν ζωντανοί. Ένιωσα κάτι να πάλλεται στο εσωτερικό της κόγχης του αριστερού ματιού μου. Από τότε έγινα παρατηρητική και διαπίστωσα ότι αυτός ο ανεπαίσθητος σφυγμός υφίσταται και στα δύο μάτια σε όλη τη διάρκεια της ημέρας. Ο αμφιβληστροειδής αναπνέει. Για το λόγο αυτό εξαναγκάζει τον ξενιστή του, να συγκρατεί ανοιχτά τα βλέφαρα τις περισσότερες ώρες, ενώ όταν αναπόφευκτα τα κλείνει, ελαττώνει το ρυθμό της αναπνοής του. Ο αμφιβληστροειδής τρέφεται. Η σύσταση της τροφής του περιλαμβάνει κυρίως χρώματα και ανταύγειες φωτός. Για το λόγο αυτό, υποβάλλει αισθήματα δυσφορίας στον ξενιστή του, όταν παραμένει εκτεθειμένος επί μακρόν σε μη θρεπτικό περιβάλλον, όπου κυριαρχούν οι ασπρόμαυροι τόνοι ή το σκοτάδι. Ωστόσο, είναι προφανές ότι η ζωτικότερη αλληλεπίδραση του αμφιβληστροειδούς με τον ξενιστή του, εντοπίζεται στην ικανοποίηση της δίψας του πρώτου. Ο αμφιβληστροειδής αντλεί διαρκώς υγρά από τους αδένες του ξενιστή του. Ορισμένες φορές επιβάλλει μάλιστα στον ξενιστή του την παραγωγή επιπλέον ποσότητας υγρών, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες υγιεινής του. Η συνειδητοποίηση ότι το σώμα μου φιλοξενεί δύο τόσο αυταρχικά παράσιτα άρχιζε να με τρομοκρατεί. Με καταδυνάστευαν, ήμουν η μαριονέτα τους. Πήρα την απόφαση ν'απαλλαγώ από αυτά. Γνώριζα ότι μόλις οι αμφιβληστροειδείς υποψιάζονταν τις διαθέσεις μου, θα με εκδικούνταν προκαλώντας μου έντονους πόνους. Γι'αυτό κινήθηκα γρήγορα. Μου κόστισε αρκετά χρήματα, αλλά ο γιατρός δεν επέμεινε στην περιέργειά του. Η τελευταία του ερώτηση ήταν αν επιθυμώ να μου τους διατηρήσει. Απάντησα καταφατικά. Ένα λεπτό πριν τη νάρκωση, κάλεσα ξανά το γιατρό και απαίτησα το δοχείο διατήρησης των αμφιβληστροειδών να είναι απολύτως αδιαφανές. 

Πώς απαρνήθηκα την αφή


Εργαζόμουν επί χρόνια στο λούνα παρκ, στην αίθουσα με τους καθρέφτες. Εύλογα, από το σπίτι μου είχα αφαιρέσει οποιοδήποτε ανακλαστικό υλικό. Κάθε πρωί, καθώς διάβαζα εφημερίδα, αναπόφευκτα εξέταζα την πιθανότητα το δάχτυλό μου να αγγίξει κάτι αποτροπιαστικά δύσμορφο, επιχειρώντας να ξύσει στοχαστικά το πηγούνι. Ασφαλώς, διατηρούσα πάντα την επιφύλαξη το δάχτυλό μου να αιωρηθεί μετέωρο μη βρίσκοντας απολύτως τίποτα απτό στη θέση του κεφαλιού. 

Πώς κουφάθηκα


Ένα ηλιόλουστο απόγευμα κάνοντας διαλογισμό κατάφερα να απομονώσω το ακουστικό μου πεδίο από κάθε γνωστό σε μένα πραγματικό ή φανταστικό ήχο. Απροσδόκητα, παφλασμός τόνων νερού που χύνεται ορμητικά στην άβυσσο. Ποτέ μου δεν είχα υποψιαστεί ότι καθώς κυλούν τα δάκρυα στον κόσμο κάνουν τόσο θόρυβο.

Πώς πνίγηκα

Έπαιζα σαξόφωνο κάτω από το νυχτερινό ουρανό. 
Άρχισε να βρέχει και συνέχισα να παίζω.

Διηγήσεις ηλικιωμένων χρυσόψαρων #4


     
        1. Aν ότι βλεπω
Το ανάγω σε κύκλο
Μπορεί να κλάψω
2. Το σιντριβάνι
Στην άδεια πλατεία
Μ'έχει φιλήσει
3. Χαρτογραφώντας
Τη σκόνη στο τραπέζι
Η ώρα κυλά
4. Όχι πρόσωπα
Γύρω μου ζούνε μόνο
Γραμματοσειρές
5. Κάθε άνοιξη
Η γύρη πεισματικά
Με ταπεινώνει
6. «Εδώ και τώρα»
Σκληρή δήλωση, αλλά
Με ποια φυσική;
7. Στο παπούτσι μου
Κάθεται μια μέλισσα
Αισιοδοξώ 

Διηγήσεις ηλικιωμένων χρυσόψαρων #3


      
      1. Ναι, του μίλησα.
Κακώς δεν έχω γίνει
Σπηλαιολόγος 
2.     Δυστυχισμένος
Αυτός που γεννήθηκε
Χωρίς βλέφαρα

3.     Η στενή σκάλα
Οδηγεί κατευθείαν
Στον ωκεανό
 4.     Φορέστε γκρίζα
Στων χρωμάτων τη βία
Αντισταθείτε
 5.  Γράφει χαϊκού
Αντί για πένα κρατά
Σταγονόμετρο
 6.     Πήρε μπογιά
Κι έβαψε κόκκινες
Τις μαργαρίτες

7.  Ανακάλυψα
Μια κλειδαρότρυπα
Στην πολυθρόνα

Διηγήσεις ηλικιωμένων χρυσόψαρων #2


      
      1. Στους περαστικούς
    Τ’αγάλματα διδάσκουν
Ευκινησία

2.       Κίτρινα κάνεις
Με το βλέμμα τα δέντρα
Πού πας θλιμμένος;
3. Ένας κυνικός
Βιβλιοθηκάριος
Διαβάζει Μπόρχες

4. Η μαντάμ Πλερέζ
Ακροάζεται πιάνο
Φορώντας βέλο
5. Ποιος είν’αυτός
    Που με αγγίζει μόνο
 Με το πινέλο;

6. Στο πορτοφόλι
Κάτι τσαλακωμένα
Δευτερόλεπτα

7. Περπατούν βαριά
Μα κανείς δε σέβεται
Τους τυμβωρύχους;

Διηγήσεις ηλικιωμένων χρυσόψαρων #1


      
   1. Ήταν ορχήστρα
Και την άλλη στιγμή
Σωρός κόκκαλα

2.     Στο βάθος κήπος
Καθώς και του κηπουρού
Το κλαδευτήρι
3. Το μωσαϊκό
Μελετά ο θυρωρός
Σαν αναγνώστης

4.     Υπάρχουν μέρες
Που το να ξυπνάς είναι
Μεταφυσικό
 5. Βαδίζει χλωμός
Στου παλατιού τους κήπους
Μονολογώντας

6.     Αλληλεγγύη
Οι άνθρωποι με ουρά
Είμαστε πολλοί
7. Βάλε τη μάσκα
Μην πάει στράφι τόσος
Χαρτοπόλεμος 

Ψυχαγωγόντας χρυσόψαρα #4





1. Το χρυσόψαρο
Κοιτώντας με σκέφτεται:
Αναπηρία
2. Ήμουνα χτίστης
Και στις κατεδαφίσεις
Πουλούσα ποπκορν
3. Είδα τον κάκτο
Να βγάζει λουλούδια
Μεγάλη ήττα
4. Είσαι το φύλλο
Κι εγώ στους νευρώνες σου
Ασσυμετρία
5. Η μέσα σκόνη
Δεν ξέρει τι σημαίνει
Περιδίνηση


6. Κομψά κοστούμια
Πεταμένα στα χόρτα
Βγήκε ο ήλιος
7. Να περιφρονείς
Όσους φωτοσυνθέτουν
Μεταφορικά 


Ψυχαγωγόντας χρυσόψαρα #3


      
        1. Το καρναβάλι
Γιορτή στο μοναστήρι
Και στο άσυλο
2. Κάστρο στην άμμο
Στην πρώτη παλίρροια
Θα δώσεις χαρά
      3. Γίνε το σκαλί
Που θα σκοντάψουν πάνω
Οι υπνοβάτες
4.  Δρόμος με δέντρα
Ας κάνουν ποδήλατο
Οι ξυλοκόποι
5. Σπίτι στο χώμα
Μυρίζω τον ασβέστη
Ακόμα κι εδώ
6. Τί ώρα είναι
Γίνεσαι ανήθικος
Όταν με  ρωτάς
7. Οι χειροπέδες
Συγχέονται εύλογα
Με τα βραχιόλια



Ψυχαγωγόντας χρυσόψαρα #2

      
       1. Υπάρχουν άστρα;
    Ή μόνο παιδικές τους 
    Φωτογραφίες;
       2. Μη διανύεις
Τόσες δυνατότητες
Ανυπόδητος
3. Μαζί στη γλάστρα
Ποιός είναι παράσιτο
Ποιός ξενιστής
4. Ήρθε ο ύπνος
Κάτω από τις πόρτες
Εισβάλλει νερό 
      5      5.  Όταν γελούσε
Απ'την τσέπη του'πεφτε
Ένα γρανάζι
6. Κίτρινη λάμπα
Χορεύει από κάτω
Γυμνός ο κλόουν
      7. Ο δάσκαλος μου
Με τους κέδρους μιλούσε
Στον πληθυντικό





Ψυχαγωγόντας χρυσόψαρα #1


1. Τραγουδούσαμε
Και οι κορμοί των δέντρων
Ήταν κατάρτια
2. Μη μου μιλήσεις
Πάλι για παπαρούνες
Σε ταφόπλακες 
      3. Όταν φυσάει
Ανεβαίνω στη σκεπή
Με ακορντεόν
4. Πάμε μια βόλτα
Στα λιβάδια του τότε
Έχει λιακάδα
      5. Μ’έκανε ναύτη
Κάποιος ονόματι
Ιούλιος Βερν
6. Μακρύς χειμώνας
Θα τρώμε πορτοκάλια
Χλευάζοντάς τον
      7. Λίγοι εκλεκτοί
Χωρίς καρυκεύματα
Τρώνε το χρόνο